Γράφει ο Ερμής:

Πριν πολλά χρόνια, σε μια χώρα, που κανείς δεν θυμάται πλέον το όνομά της, ζούσε ένα δωδεκάχρονο αγόρι. Η πατρίδα του βρισκόταν σε κατάσταση πολέμου και ο τρόμος είχε απλώσει το σκοτεινό του πέπλο πάνω από τους κατοίκους.

Μια μικρή λάμψη ελπίδας προσπαθούσε να κρατηθεί ζωντανή και να δώσει σε όλους τη δύναμη που χρειάζονταν για να προχωρήσουν στο αύριο, όμως οι συνεχείς μάχες την υπερνικούσαν.

Ήταν μια όμορφη καλοκαιρινή νύχτα, όταν συνέβη η ολοκληρωτική καταστροφή. Ο εχθρός εισέβαλλε στην πολιτεία, όπου ζούσε το αγόρι με την οικογένειά του και τυφλωμένος από ανάμικτα αισθήματα μίσους και υπεροχής, βασάνισε και σκότωσε τους αμάχους, λεηλάτησε και έκαψε τα σπίτια τους και έπειτα έφυγε υψώνοντας το αιματοβαμμένο λάβαρο του θανάτου.

Ο ήρωας της ιστορίας μας ήταν ο μοναδικός που γλύτωσε από τη θηριωδία, κρυμμένος σε μια μικρή εσοχή στον τοίχο του σπιτιού του, όπου κανείς δεν σκέφτηκε να τον ψάξει και από όπου είδε τους γονείς και τα αδέλφια του να πεθαίνουν αβοήθητοι.

Εξαντλημένος ψυχικά, αλλά υποκινούμενος από το ένστικτο της επιβίωσης, κατόρθωσε την τελευταία στιγμή να διαφύγει και να τρέξει στο διπλανό δάσος. Όταν πλέον οι εισβολείς είχαν φύγει και ο άμεσος κίνδυνος απομακρύνθηκε, κάθισε κάτω από ένα δέντρο, κοίταξε τον ουρανό και άφησε ελεύθερους τους λυγμούς του να ουρλιάξουν «ΓΙΑΤΙ» στον ήλιο που διέγραφε σιγά – σιγά το έρεβος της νύχτας.

«Γιατί όλοι αυτοί που διοικούν, ξέρουν πως μόνο σκορπίζοντας τον φόβο και την αγωνία μπορούν να διατηρήσουν την εξουσία τους. Γι’ αυτό επιβάλλουν την άγνοια και καταπνίγουν κάθε φωνή που επιχειρεί να διαφωτίσει και να διδάξει», του απάντησε μια κουκουβάγια που στεκόταν στο κλαδί του δέντρου.

«Και ο απλός λαός;» τη ρώτησε το αγόρι, ξαφνιασμένο ακόμη που συνομιλούσε με ένα πουλί, «γιατί δεν το αποτρέπει;»

«Διότι, μικρέ μου, οι άνθρωποι δεν αντιδρούν όλοι με τον ίδιο τρόπο και διακρίνονται σε διαφορετικές κατηγορίες.

Στους εραστές της δύναμης που ακολουθούν τις εντολές των ισχυρών.

Στους αδιάφορους που νοιάζονται μόνο για τον μικρόκοσμό τους και δεν βλέπουν τη συνολική εικόνα.

Στους δειλούς που δεν ορθώνουν το ανάστημά τους και σε αυτούς που έμαθαν να μισούν και να μην ξεχνούν.

Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που καταλαβαίνουν ότι ο θάνατος και η καταστροφή δεν είναι τα αποτελέσματα, αλλά οι όροι μιας άτυπης συμφωνίας των εξουσιαστών για να ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους. Ο αριθμός τους όμως είναι τόσο μικρός που είναι αδύνατον να επιβληθούν».

«Δεν θα σταματήσει λοιπόν ποτέ ο πόλεμος;»

«Ίσως, θα πρέπει όμως οι άνθρωποι να συνειδητοποιήσουν ότι είναι πολύ εύκολο να είσαι κακός, αλλά η δυσκολία και η πραγματική αξία της ζωής είναι να μάθεις να σέβεσαι και να τιμάς την αξιοπρέπεια του άλλου».

 

Συνταγή της Αμβροσίας: Μουσμουλίτσα

Υλικά:

1 κιλό μούσμουλα (καθαρισμένα και χωρίς κουκούτσια)

¾ του κιλού καστανή ζάχαρη

½ ποτήρι του κρασιού κονιάκ

 

Εκτέλεση:

Βάζουμε τα μούσμουλα και τη ζάχαρη σε μια κατσαρόλα και τα βράζουμε, έως ότου λιώσουν και γίνουν μια λεία μάζα. Προσθέτουμε το κονιάκ και αφήνουμε να πάρει μία βράση. Αποσύρουμε από τη φωτιά και αφήνουμε τη μαρμελάδα να κρυώσει. Στη συνέχεια τη βάζουμε σε ένα γυάλινο βάζο και τη διατηρούμε στο ψυγείο.

 

Πίνακας «The massacre of the innocents», François-Joseph Navez.

Please follow and like us:

Comments

comments