Ιστορίες της Αποστολίας  

Το πρώτο παιδί, γένους θηλυκού. Το όνομα της γιαγιάς, της μητέρας του πατέρα, επιβεβλημένο : Κατερίνα λοιπόν. Το καμάρι το μπαμπά, η αγαπημένη της κας Τζιράς και του Μπαλού στο νηπιαγωγείο, του κου Κοντόπουλου στο δημοτικό. Τι γλυκό, χαριτωμένο κοριτσάκι με θεατρικότητα και νάζι!

Το «Κατερίνα» είχε συνδεθεί με το θηλυκό, καθώς και όλα αυτά τα ευχάριστα στ’ αυτιά, χωρίς την γνώση ότι με κακομάθαιναν, ενώ δεν πρόσθεταν ούτε ένα γερό λιθαράκι στην αυτοεκτίμησή μου. Το «Κατερίνα» ένα εύθραυστο μπιμπελό με θέση στο καλό σκρίνιο, ώστε να τυγχάνει ιδιαίτερης περιποίησης και τακτικού ξεσκονίσματος.

Μεγαλώνοντας φορτώθηκα και άλλα χαρακτηριστικά : το παιδί έχει μια καλλιτεχνική διάθεση, ζωγραφίζει, έχει και το θάρρος της γνώμης του, που φανερώνεται στις εκθέσεις ιδεών, όταν μιλά και όταν παίρνει πρωτοβουλίες στις γενικές συνελεύσεις στην τάξη κλπ κλπ.

Στη ζωγραφική μου κυριαρχούσαν τα δένδρα με βαθειές ρίζες και ψηλό κορμό. Τόσο-όσο….Δένδρα που ισορροπούν  πενήντα πέντε χρόνια τώρα με δαιδαλώδη κλαδιά, όμως δένδρα γυμνά. 

Όταν ντύθηκαν οι κορμοί τους ανθρώπινο σώμα, έγινε σαφέστερο το θέμα. Κάποια στιγμή το πένθος στέρεψε και η ανάγκη να δούν καρπούς και άνθη τα κλαδιά, εκφράστηκε την άνοιξη μαζί με θηλυκά λικνίσματα πότε-πότε στο αεράκι. Αυτά όμως , μετεφηβικά. Πλησιάζοντας την εφηβεία, το θάρρος και οι πρωτοβουλίες σταδιακά υποχωρούσαν.

Η γιαγιά ήταν μια ξερακιανή, μαυροφορεμένη γυναίκα, ήδη πολύ προχωρημένης ηλικίας όταν γεννήθηκα, χωρίς χυμούς, καμπύλες ή χαμόγελα. Ήθελε να κάνει κουμάντο σε όλους και όλα με φανερούς και υπόγειους τρόπους. Οσο περισσότερο καταλάβαινα, τόσο λιγότερο περήφανη ήμουν που είχα τ’ όνομά της. Η ταύτιση μ’ έκανε ν’ αμφιβάλω για το φύλο μου και ντρεπόμουν. Έτσι ντροπιασμένα έφερα και το «Κατερίνα».

΄Ήμουν δώδεκα. Η πρώτη έμμηνος ρύση ήρθε με κρουνούς αίματος ασταμάτητους. Γεννούσα σφάγια. Όλο το είναι μου φώναζε πως είμαι κορίτσι, έδινα και τη ζωή μου για να το υποστηρίξω. Γιατί, πράγματι, κόντεψα να πεθάνω. Μ’ έσωσε το σόι της μαμάς, με τους εξαιρετικούς συγγενείς γιατρούς και με τους άλλους που κάλεσαν από την Ευρώπη, με τα συμβούλια-διαβούλια στην πρωτοπόρο τότε γυναικολογική κλινική, που κατέληξαν σε μια σοβαρή κι επικίνδυνη επέμβαση ,κατά την οποία έπαψα να είμαι….κορίτσι!

Το σόι του μπαμπά, από την άλλη, μ’ εκπρόσωπο τον ίδιο, με ήθελε στα δύο-τρία χρόνια μου κουρεμένη με την ψιλή στο σβέρκο. Εκείνος αργότερα θα με ήθελε παρέα του-μπαστουνάκι, με το ψαροτούφεκο οι δυο μας  ανα χείρας.

Μ’αυτά και μ’αυτά, είχα συνδέσει τ ’ονομά μου με την καταρροή (κατω-ρέω, καταρρέω) αυθαίρετα και από τρόμο, ελλείψει σχετικού με τ’ όνομα μύθου.

Όμως, έβλεπα και τους καμπυλωτούς ώμους της μαμάς και τους χάζευα, τους ζήλευα. Απέπνεαν μια τρυφερότητα, μια θηλυκότητα. Διακρινόταν αυτό έντονα σε κείνη την φωτογραφία στην παραλία, που στέκεται πίσω μας, πίσω από την αδελφή μου και μένα  κι αγγίζει τις πλάτες  μας με τις παλάμες της. Δέσποζαν οι ώμοι. Ευτυχώς τους κληρονόμησα και μ’ εφόδιο αυτό το σύμβολο ακολουθούσα το φύλο της  μαμάς. Μού έλεγαν κιόλας πως της έμοιαζα στην εμφάνιση. Ήταν όμορφη η μαμά. Έτσι άκουγα στο «Κατερίνα» με περισσότερη αποδοχή. Το δύσκολο ήταν πως υπήρξε και ο μπαμπάς ομορφονιός….

Τα καμπυλωτά  σύμβολα, μ’ εκφραστή την Georgia O’ Keefe, βρήκαν περίοπτη θέση στο φοιτητικό μου σαλονάκι κορνιζαρισμένα σε δυό παραλλαγές. Η μία –χαμηλές βουνοκορφές-δεν ήταν παρά μια  ξαπλωμένη στο πλάι γυναίκα. Η άλλη, με τίτλο “Music- Pink and Blue” μια βεντάλια, μια καμέλια, ένα αιδοίο, μια χαρά, αρμονία σε έκρηξη.

Η Georgia  O’ Keefe αγαπούσε πολύ τις γυναίκες. Μόνον αυτές. Όταν εγώ αγόραζα τότε, στο εξωτερικό τις αφίσες, δεν το γνώριζα. «Το’ χα δει τ’ όνειρο», θα μουρμουρίσει με κακεντρέχεια ο φίλος που με φιλοξενούσε και με συνόδευσε στο μουσείο  Metropolitan , μάρτυρας της αγοραστικής μου επιλογής. Είχα ευγενικά αρνηθεί το φλέρτ του, επιμένοντας ακόμη να ταξιδεύω μόνη στην ζωή και στην ουσία.

Το όνειρο όμως , εγώ, θα το δω πολλά χρόνια αργότερα : Ένας άνδρας ,σαν στρατιώτης στέκεται ακίνητος. Πλησιάζω. Είναι από πηλό, αλλά με τρομάζει με την παγερότητά του. Ένας Κούρος! Στέκεται κορδωτός, αυτός ο χωμάτινος σαν να’ ταν χαλύβδινος, για να με ξεγελάσει!.. Κοιτά ίσια ,αγέρωχα εμπρός, απερίσπαστος. Σιγά μην επέτρεπε σ’ εμένα να τον παρεκκλίνω  από τον στόχο του…Εμένα ποια ;  Πού είμαι;  Σε τι όνομα ακούω; ..

Το ταξί που μπαίνω, κάνει γύρους πολλούς και μπερδεύεται λίγο καθώς ψάχνει να βρεί την πλατεία Καρύτση. Ανακουφίζομαι, όταν τελικά τα καταφέρνει και σταθμεύει για να μ’ αποβιβάσει ακριβώς έξω από το ιατρείο της γυναικολόγου μου. Σ’ αυτό το δωμάτιο μπαίνω, εκεί που είναι ο Κούρος, αυτό είναι το ιατρείο.

Παρατηρώ με το αίμα παγωμένο. Τώρα, βλέπω ακριβώς δίπλα του, ένα τζάκι με πολύ δυνατή φωτιά. Να’ σου και ένα αλλόκοτο πλασματάκι ,που χαμογελά όμως σαρδόνια…Έχει το κεφάλι του αναλυτή μου, σώμα μωρού και μια μεγάλη καμπούρα. Την καμπούρα την δανείζεται απ’ αυτόν τον μπάρμπα, στο χωριό, με τις λάγνες διαθέσεις που ο μαρτυριάρης Αίσωπος, τάχα πως τον συνέτρεχε στο βάρος που σήκωνε, του την  χάρισε απλόχερα για να κρύβει πίσω από την πλάτη του την λαγνεία και τον μισογυνισμό του.

Με τόση δυσπιστία στον αναλυτή μου, είναι ν ‘απορώ πώς κατάφερα να φθάσω στην γυναικολόγο. Όχι! …με τόση δυσπιστία προς τον μπάρμπα και τον πατέρα μου πρέπει να πώ..Στο πρόσωπο του αναλυτή εγκαθίσταται, έπειτα απ’ αυτή την αναγνώριση, ένα στοργικό μειδίαμα.

Τι θα κάνει η γυναικολόγος; Γρήγορα καταλαβαίνω πως εκείνη παρέχει μόνο τον χώρο. Οι ενέργειες θα’ ναι δικές  μου: έχω να μετατρέψω την πλατεία « Καρύτση» σε … «Κορίτσι»…και πάλι πλατεία, πλατεία με τα όλα της… Είναι τόσο κοντά αυτά τα δύο ονόματα. Ο Κούρος στέκει ακριβώς δίπλα στην φωτιά. Το μπαστουνάκι από το «α» θα βγάλω και αυτό  θα με βοηθήσει να τον σπρώξω μέσα στην φωτιά. Τον έφτασα ως εδώ που τον έφτασα… Κι εγένετο ο Κούρος Κόρη και η πλατεία Καρύτση , πλατεία Κορίτσι!

Όταν πρόσφατα έκοψα, τραυματιζόμενη, τους τένοντες στον αριστερό μου ώμο, αυτός αγκυλώθηκε και η κίνηση του αριστερού μου χεριού, περιορίστηκε σημαντικά. Η όμορφη καμπυλότητα- το σύμβολο- στραπατσαρίστηκε και κινδύνευσε πάλι. Καθώς είμαι αριστερόχειρας, βιάστηκα ν’ αποτανθώ στον φυσικοθεραπευτή. Καταγράφοντας εκείνος τα στοιχεία μου, ρώτησε:

«Ξέρεις τι σημαίνει το μικρό σου όνομα σε παλαιά ρωσική διάλεκτο;»

«Όχι» ,απάντησα

«Καθαρότητα», επανήλθε.

Δεν ρώτησα τίποτε άλλο. Με αβέβαιη την αποκατάσταση του ώμου μου, αυτού που συμβόλιζε για μένα, δηλ. την θηλυκότητα, αλλά και αυτών όλων των αγαπημένων δραστηριοτήτων που επιτρέπει- από την κατασκευή κοσμημάτων, την παροχή συνεδριών κρανιοϊερής θεραπείας, μέχρι το κολύμπι – η ερμηνεία που μου πρόσφερε ο φυσικοθεραπευτής ήταν σχεδία και πυξίδα για να πλεύσω και πάλι σ’ αλλα νερά.

Μετά από τόσο αίμα που έχυσα και τόσο που μου μετάγγισαν, η καθαρότητα παραμένει ζητούμενό μου.

Please follow and like us:

Comments

comments