ΟΞΦΟΡΔΗ. ΑΓΓΛΙΑ. Η αρχαία ελληνική μουσική εδώ και πολλούς αιώνες παραμένει ένα ανεξερεύνητο πεδίο για τους ακαδημαϊκούς ανά τον κόσμο, δημιουργώντας πολλά ερωτηματικά σχετικά με την απόδοσή της στον τρόπο παιξίματος.

Η μουσική ήταν πανταχού παρούσα στην κλασική Ελλάδα, με το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων από το 750 π.Χ. έως το 350 π.Χ. – συμπεριλαμβανομένων των ποιημάτων του Ομήρου, της Σαπφούς και άλλων – να απαγγέλλονται τραγουδιστά, μερικές φορές συνοδευόμενα από χορό. Τα λογοτεχνικά κείμενα εμπεριέχουν άφθονες και ιδιαιτέρως συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τις νότες, τις κλίμακες, τα εφέ και τα όργανα που χρησιμοποιούνται. Η λύρα μαζί με τον αυλό αποτελούσαν τα πιο διαδεδομένα όργανα των χρόνων εκείνων.

Ωστόσο, παρά την πληθώρα των παραπάνω πληροφοριών, η αίσθηση και ο ήχος της αρχαίας ελληνικής μουσικής είναι ως ένα μεγάλο βαθμό αόριστα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι όροι και οι έννοιες που υπάρχουν στα κείμενα της εποχής, όπως για παράδειγμα η δίεση είναι περίπλοκοι και σχεδόν άγνωστοι. Μπορεί λοιπόν να υπάρχει καταγεγραμμένη μουσική που να ερμηνεύεται σύμφωνα με τα υπάρχοντα γραπτά, αλλά στην ουσία το αποτέλεσμα είναι ενοχλητικό στο αυτί του ακροατή, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που η αρχαία ελληνική μουσική είχε θεωρηθεί από πολλούς ως χαμένη τέχνη.

Με ένα εκτενές άρθρο στην επιστημονική-δημοσιογραφική ιστοσελίδα «The Conversation», ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Armand D’Angour, εξηγεί πως με μία πρόσφατη έρευνά του βρίσκεται πολύ κοντά στο να αποδώσει πιστά τον τρόπο που οι αρχαίοι Ελληνες έπαιζαν μουσική.

Το πρώτο στοιχείο που οδήγησε τον καθηγητή προς τη σωστή κατεύθυνση ήταν η ανακάλυψη μερικών καλοδιατηρημένων αυλών, προερχόμενων από τους κλασικούς χρόνους. Η ανακατασκευή τους από εξειδικευμένους οργανοποιούς σε συνδυασμό με το σωστό παίξιμό τους από κορυφαίους μουσικούς έφεραν στην επιφάνεια άγνωστους ήχους και τεχνικές παιξίματος καθώς και καινούρια κουρδίσματα.

Ενα δεύτερο στοιχείο που βοήθησε στην έρευνα, ήταν η ενδελεχής μελέτη του τρόπου χρήσης των μέτρων στην αρχαία ποίηση. Μιας και τα ποιήματα ήταν τραγουδιστά, ο ρυθμός της μουσικής έβγαινε εξολοκλήρου από τα μέτρα τους. Το μέγεθος των συλλαβών, ο τονισμός, η προφορά αλλά και ο χρονικός καθορισμός των μέτρων (σε αργά και γρήγορα) βοήθησαν τον D’Angour να αποδώσει σωστά τον ρυθμό της απαγγελίας των ποιημάτων.

Το τρίτο στοιχείο ήταν η καταγραφή των μουσικών τόνων, δηλαδή της μελωδίας και της αρμονίας. Ολες οι πληροφορίες για τις δύο αυτές υποομάδες υπάρχουν καταγεγραμμένες σε γραπτά του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Αριστοξένιου, του Πτολεμαίου και του Αριστείδη του Κοϊντιλιανού και σώζονται έως και σήμερα και με εμπεριστατωμένη μελέτη μας δίνουν την ευκαιρία να κατανοήσουμε πώς ακουγόταν η αρχαία μουσική.

Το τελευταίο και πιο σημαντικό στοιχείο ωστόσο που εισηγείται ο D’Angour είναι η ύπαρξη μιας «ζωγραφικής των λέξεων», μίας νέας προσέγγισης δηλαδή που έχει να κάνει με την εκφορά των μέτρων των ποιημάτων ανάλογα με το συναίσθημα που προκαλούν και βασίζεται στην ορθή και βαθιά κατανόηση των αρχαίων κειμένων. Σύμφωνα με τον καθηγητή, βρίσκουμε μια πτώση ρυθμό όταν το συναίσθημα της λύπης κυριαρχεί στο κείμενο, ενώ ο τόνος ανεβαίνει όταν κυριαρχεί η χαρά.

Συμπερασματικά ο καθηγητής καταλήγει στο ότι η ανασυγκρότηση και η σωστή απόδοση της αρχαίας ελληνικής μουσικής αποδεικνύουν ότι η μουσική αυτή πρέπει να αναγνωριστεί ως η ρίζα της ευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης.

Please follow and like us:

Comments

comments