από την Αριστονίκη Θεοδοσίου Τρυφωνίδου.

Όλοι αγαπάμε, τουλάχιστον έτσι δηλώνουμε, το πώς αγαπάμε είναι ένα θέμα. Η σύγχρονη έρευνα αναφέρει ότι αγαπάμε όπως μας μάθανε να αγαπάμε. Και συνήθως μαθαίνουμε τούτες τις αφηρημένες αλλά ουσιαστικές έννοιες μέσα από βιωματικές διαδικασίες. Ο ορισμός της αγάπης ενσαρκώνεται και πραγματώνεται μέσα από την σχέση εγγύτητας που αναπτύσσεται μεταξύ των γονέων και των παιδιών.

Όσο το παιδί είναι μικρό ίσως η ίδια η αγάπη να μοιάζει φυσική καθότι η έννοια της στην βρεφική και παιδική ηλικία είναι συνυφασμένη πιότερο με την φροντίδα και την παρουσία και λιγότερο με την επικοινωνία. Καθώς όμως μεγαλώνει το παιδί η επικοινωνία φαίνεται να διαδραματίζει ουσιώδη ρόλο στην μέθεξη των γονιών και παιδιών.

Η ζωή διαλέγει τους ρόλους που παίζει ο καθένας μας. Άλλοι σε μια σχέση είναι γονείς και άλλοι παιδιά. Έτσι το θέλησε η φύση να γεννιέσαι με το 100% της προσοχής των γύρω σου και όσο μεγαλώνεις αυτό να μειώνεται και κάποια στιγμή να καλείσαι να δώσεις εσύ το 100% της προσοχής σου σε άλλους. Υπάρχει όμως ένα επουσιώδες ζήτημα σε αυτή τη γραμμικά συναισθηματική συνάρτηση για την γονεική αγάπη.

Αν κανείς δεν έμαθε να αγαπά τον άλλο αλλά μέσα από τον άλλο; Αν αγαπάμε όπως μάθαμε αυτό σημαίνει πως ενδεχομένως να κάνουμε τα ίδια λάθη με αυτούς που μας μάθανε.. Κι ύστερα μεγαλώνοντας να ιδιοτελούμε την αγάπη που δώσαμε. Άνθρωποι που καλούνται να δώσουν αλλά δεν γνωρίζουν την συνταγή καθότι έμαθαν πως ο κόσμος κινείται γύρω από τον δικό τους άξονα. Κι ύστερα κείνο το εγώ τους που θα κορδωθεί; Εκεί σαν άλλος Δον Κιχώτης να γυρίσει τα μουστάκια του και να φανφαρίσει. Αυτοί οι γονείς περιμένουν πως όλο το σύμπαν φτιάχτηκε για χάρη τους και η σημαντικότητα του είναι τους στέκεται ανυπέρβλητη.

Μπρος την χάρη της σφάζονται ολάκερες γενιές. Ούτε στάλα ταπεινότητα, άρα ούτε στάλα αγάπη γιατί θεωρώ πως η αγάπη χρεάζεται βαθυτατη ταπείνωση. Κι ύστερα, τούτοι οι γονείς, νιώθουν και πως κατέχουν κι όλη την ευστροφία της γης και μόνο εκείνοι ξέρουν να χειραγωγούν ανθρώπους και να τους κάνουν πιόνια του δικού τους εγώ. Αυτή η κατηγορία των γονιών είναι δούλοι των επιθυμιών τους, της παρορμητικότητας τους, της ανεξέλεγκτης μανίας τους να παίρνουν και όχι να δίνουν και έτσι τρέφονται από τις σάρκες των παιδιών τους.

Τι κάνει λοιπόν ένα παιδί που στην μετεφηβεία και νεότητα του καλείται να γίνει ο γονιός του γονιού του; Πώς συμπεριφέρεται όταν καλείται από τον γονιό να καλύψει και να πληρώσει τα λάθη του γονιού του; Πώς αλλάζουν τότε οι ρόλοι μεταξύ τους αλλά και πόσο δύσκολο είναι να αφομοιωθεί αυτή η πράξη από την ίδια την σχέση τους όταν η σχέση τους διαφεντεύεται από το γονεικό Εγώ; Το συναισθηματικό κόστος είναι δυσβάστακτο καθότι η ανυπαρξία σχέσης μεταξύ γονιών και παιδιού είναι έντονη βιωματική εμπειρία. Συχνά όμως η επικοινωνία μεταξύ γονέων με έντονο εγώ και παιδιών συσκοτίζει πολύ περισσότερο τα πράγματα. Γιατί γίνεται αυτό; γιατί υπάρχει διάχυτη ανασφάλεια και η ανασφάλεια είναι εχθρός της επικοινωνίας. Ο γονιός που έχει το εγώ του περικεφαλαία παραποιεί τα μηνύματα του παιδιού του για να προστατεύσει τον εαυτό του. Του είναι αδύνατον να πιστέψει πως το παιδί του καταλαβαίνει όσα αυτός ή και περισσότερα και έτσι αποφεύγει τη συζήτηση, επικρίνει, κατηγορεί και προσβάλλει το παιδί του.

Έτσι γιατί όταν το άτομο και η πραγματικότητα είναι ασύμβατα, η πληροφορία μετατρέπεται σε συμβατή ενισχύοντας τα υπάρχοντα σενάρια επιβίωσης και αποκλείοντας την ψυχοφθόρα αλήθεια.

Τα παιδιά με ευαισθητο εγώ συνήθως συγχωνεύονται με τον γονιό γιατί δεν αντέχουν την σύγκρουση.

Χάνοντας τα προσωπικά τους όρια και εγκαταλείποντας τον εαυτό τους υποτάσσονται στις ανάγκες του γονιού. Κάτι τέτοιο είναι καταστροφικό για την μετέπειτα πορεία τους γιατί διαλύει τους μηχανισμούς άμυνας τους και γίνονται μαριονέτες των επιθυμιών των γονιών.

Γονείς με υπέρμετρο εγώ υπάρχουν για να βαλει το παιδί τελεία σε αυτή την αλληλουχία σχέσεων όπου το εγώ δύσκολα παραχωρεί τη θέση του στο εμείς χρειάζεται να διαφοροποιηθεί. Η διαφοροποιήση από τον γονιό δεν είναι συνώνυμη της απόρριψης του γονιού. Διαφοροποιούμαι σημαίνει κάνω κάτι διαφορετικό αλλά παραμένω αυτός που θέλω να είμαι. Αυτή η στάση βοηθά το παιδί να μην συγχωνευτεί αλλά και να επιβιώσει. Μακάριοι όσοι πληρώνουν μόνο τα δικά τους λάθη…Εσύ παιδί φώναξε και μια φορά <επ είμαι και εγώ εδώ!>

Please follow and like us:

Comments

comments