από την Μάρθα Πατλάκουτζα

 

Αναρωτήθηκε πόσες φορές το είχε ακούσει αυτό.

Θυμήθηκε πόσες φορές χρειάστηκε να το ακούσει αυτό.

Μέτρησε πόσες φορές ο φόβος είχε πεθάνει κομμάτια της ψυχής της.

Πίεσε τη σκέψη της να ξεχάσει. Να νιώσει κάποια άλλη. Έκλεισε τα μάτια της και βάστηξε την ανάσα της.

Και πάλι νύχτα. Και πάλι οι σκιές μουρμουράνε.

«Φτάνει ψυχή», ήχησε στα βουβά ένα παράπονο. Ήταν το κορμί της που μόλις είχε σήκωσε μπαϊράκι. Έχοντας τη δική του μνήμη αρνήθηκε να συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο.

Ναι, έχεις δίκιο. Τα μοτίβα είναι φτιαγμένα για τους δειλούς, ψιθύρισε η ψυχή.

Δε με υπολόγισες ποτέ σου. Πάντα έκανες το δικό σου. Έζησες στον κόσμο τους. Γνώρισες μάσκες και προσωπεία. Σε πρόδωσαν και πρόδωσες. Πάλεψες και σε πάλεψαν. Παρουσίες επώδυνες κι απώλειες λυτρωτικές. Απέκτησες τα μυστικά σου,  αποκρίθηκε το κορμί.

Κι όμως αγαπώ τις λαβωματιές μου, γιατί μου θυμίζουν πως έζησα. Έζησα για μένα και για τους άλλους. Κουβαλούν τα σημάδια τους κι αυτοί το δικό μου. Κάθε στιγμή μπορεί να είναι έρωτας. Αρκεί να γυμνώσεις την επιθυμία από συμβάσεις και εγωισμούς.

Γι’ αυτό σου λέω: «Δε σε φοβάμαι, μικρή μου».

 

 

Υ.Γ.

Το λουλουδάκι σου.

Please follow and like us:

Comments

comments