Γράφει ο Ερμής:

Μια φορά και έναν καιρό ζούσαν σε μια μακρινή πολιτεία δυο αδέλφια, ο Σείριος και η Σμαραγδένια. Ο Σείριος ήταν σοβαρός, προσεκτικός και συγκρατημένος, ενώ η Σμαραγδένια ήταν αυθόρμητη, χαρούμενη, γελαστή, καλόκαρδη, φιλική και αγαπητή σε όλους.

Μια ημέρα, η νονά της Σμαραγδένιας, η Λευκή μάγισσα που είχε ως αποστολή την προστασία της καλοσύνης, της έδωσε ένα χρυσό κλειδί και της είπε ότι εάν ήθελε να ανακαλύψει το μυστικό του, τότε θα έπρεπε να το αφήσει να την οδηγήσει στον προορισμό του.

Η Σμαραγδένια – που δεν συνειδητοποίησε ότι η νονά της τής άνοιξε την πόρτα μιας δοκιμασίας – έπιασε το κλειδί που κόλλησε στην παλάμη της.

«Νονά, βοήθησέ με», φώναξε τρομαγμένη. «Κοίταξε τι έπαθα. Τι θα κάνω;»

«Το κλειδί θα σου δείξει τον δρόμο», απάντησε η νονά της και εξαφανίστηκε.

Φοβισμένη, η Σμαραγδένια έτρεξε στον Σείριο, ο οποίος όταν έμαθε τι είχε συμβεί, κατάλαβε ότι η αδελφή του είχε μπλέξει σε μια άσχημη κατάσταση. Καθώς περιεργαζόταν το κλειδί, προσπαθώντας να βρει κάποιον τρόπο για να το ξεκολλήσει, ανακάλυψε στη βάση του μια κρύπτη και έναν χάρτη που έγραφε:

«Εάν θέλεις να απαλλαγείς από εμένα, τότε πρέπει να με οδηγήσεις εκεί που ανήκω».

Τα σχέδια και τα σημάδια που ήταν σημειωμένα στον χάρτη ήταν δυσνόητα και ο Σείριος δεν μπορούσε να αποδεχθεί τον παραλογισμό αυτής της ιστορίας, όμως του ήταν αδύνατο να εγκαταλείψει την αδελφή του. Γι’ αυτό ζήτησε τη βοήθεια των δυο παιδικών του φίλων – του Ανέφελου και του Αστρινού – και το επόμενο πρωινό ανέβηκαν στην άμαξα του Σείριου και ξεκίνησαν όλοι μαζί για την άγνωστη περιπέτειά τους.

Ταξίδευαν ήδη μια εβδομάδα και ήταν πολύ κουρασμένοι, όταν επιτέλους έφθασαν στον πρώτο σταθμό που όριζε ο χάρτης και δεν ήταν άλλος από έναν πελώριο βράχο.

«Εάν θέλεις να συνεχίσεις, τότε φρόντισε να περάσεις μέσα από αυτόν», ήταν η εντολή του χάρτη.

«Πώς θα γίνει αυτό;» αναρωτήθηκαν οι τέσσερις φίλοι. «Δεν διακρίνεται ούτε σπηλιά, ούτε κάποιο πέρασμα και ο βράχος είναι συμπαγής».

Απογοητευμένοι, κάθισαν να ξεκουραστούν και τότε ο Αστρινός – που ήταν ιδιαίτερα οξυδερκής και λάτρευε τους γρίφους – παρατήρησε ότι ο σωρός από πέτρες μπροστά από τον βράχο έμοιαζε παράταιρος. Σηκώθηκε λοιπόν, τον πλησίασε, μετακίνησε μια από τις πέτρες και ο βράχος άνοιξε αποκαλύπτοντας το εσωτερικό του. Γρήγορα, η μικρή παρέα ανέβηκε στην άμαξα και συνέχισε το ταξίδι της μέσα από ένα υπέροχο δάσος που κρυβόταν στην καρδιά του βράχου.

Μαγεμένοι από την ομορφιά του τοπίου, τα λουλούδια, τα δένδρα, τα μικρά ζωάκια, τα πουλάκια και τις πεταλούδες που αντίκριζαν, ξέχασαν σχεδόν τον σκοπό τους, μέχρι που έφθασαν στο δεύτερο σημείο του χάρτη, ένα ξύλινο σπιτάκι.

«Τη λύση θα τη βρει, όποιος δεν έχει δοκιμαστεί», έγραφε ο χάρτης και οι τέσσερις φίλοι κατάλαβαν ότι αυτήν τη φορά η τύχη καλούσε τον Σείριο και τον Ανέφελο. Χτύπησαν λοιπόν την πόρτα του σπιτιού και ένας νάνος που φορούσε ένα μυτερό καπέλο και κρατούσε ένα μεγάλο κουδούνι, εμφανίστηκε στο κατώφλι.

«Περάστε», τους είπε. «Σας περίμενα».

Απορημένοι, οι δυο νέοι αλληλοκοιτάχτηκαν και ο νάνος συνέχισε.

«Τα πουλιά μου μεταφέρουν όλα όσα βλέπουν και γι’ αυτό ήξερα ότι είχατε διαβεί τον βράχο. Είμαι εκείνος που θα σας δείξει αυτό που ψάχνετε για να φθάσετε στο τέλος. Ελάτε μαζί μου».

Διστακτικοί, ο Σείριος και ο Ανέφελος τον ακολούθησαν και εκείνος τους οδήγησε μπροστά από ένα πανύψηλο δένδρο.

«Στην κορυφή του υπάρχει το στοιχείο που θα σας δώσει τη λύση», είπε ο νάνος.

«Πώς να σκαρφαλώσουμε εκεί επάνω;» σκέφτηκαν οι δυο νέοι. Το δένδρο ήταν τεράστιο και τα κλαδιά του απείχαν πολύ μεταξύ τους.

«Μόνο πετώντας φθάνει κάποιος εκεί και εμείς δεν έχουμε φτερά», σχολίασε αποκαρδιωμένος ο Σείριος και τότε ο Ανέφελος θυμήθηκε ότι στα παραμύθια που του αφηγούνταν, όταν ήταν παιδί, ανέφεραν πως, εάν χρησιμοποιήσεις ωραίες αναμνήσεις, τότε μπορείς να πετάξεις. Εκείνος επομένως που ήταν πάντα αισιόδοξος και απέρριπτε οτιδήποτε αρνητικό, ανακάλεσε από τη μνήμη του τις όμορφες στιγμές που είχε ζήσει και πέταξε ψηλά, φθάνοντας στην κορυφή του δένδρου, όπου βρήκε μια φλογέρα.

Μια ώρα αργότερα, ο Σείριος, ο Ανέφελος, ο Αστρινός και η Σμαραγδένια έφθασαν στον τελικό προορισμό τους, μια λίμνη. Εκεί βρίσκονταν τρεις ψαράδες που μάλωναν, επειδή δεν μπορούσαν να χωρίσουν τα ψάρια που είχαν βάλει στο ίδιο πανέρι. Ο Σείριος ψύχραιμος ως συνήθως, τους πλησίασε και τους είπε:

«Είναι ανόητο να διαπληκτίζεστε. Μοιράστε σε τρία ίσα μέρη τα ψάρια και στο μέλλον φροντίστε να έχει ο καθένας σας το δικό του πανέρι. Είναι τόσο απλό».

Οι ψαράδες συλλογίστηκαν τα λόγια του και αποκρίθηκαν:

«Έχεις δίκιο. Ήταν τόσο εύκολη η λύση για το πρόβλημά μας και όμως δεν την είχαμε σκεφτεί. Σ’ ευχαριστούμε».

Πήραν λοιπόν τα ψάρια και τα σύνεργά τους και απομακρύνθηκαν ευχαριστημένοι.

Τότε εμφανίστηκε μπροστά στους τέσσερις νέους η Λευκή μάγισσα.

«Μπράβο, τα καταφέρατε. Φθάσατε στο τέλος της δοκιμασίας βασιζόμενοι στη συνεργασία και την αξιοποίηση των ταλέντων σας, δηλαδή την οξυδέρκεια, την αισιοδοξία και τον ορθολογισμό σας. Κυρίως όμως προχωρήσατε ενωμένοι, αγαπημένοι και αλληλοϋποστηριζόμενοι».

Ολοκληρώνοντας τη φράση της, έβγαλε από το τσαντάκι της ένα κουτάκι και το ακούμπησε στην παλάμη της βαφτιστήρας της δίπλα από το κλειδί. Στη συνέχεια, ζήτησε από τον Ανέφελο τη φλογέρα που είχε πάρει από το δένδρο και έπαιξε μια μελωδία. Το κλειδί, υπό τους ήχους της μουσικής, ξεκόλλησε απαλά, μπήκε στην κλειδαριά του κουτιού και εκείνο άνοιξε, φανερώνοντας ένα νούφαρο.

«Είναι ένα από τα νούφαρα της ομόνοιας και της φιλίας», είπε η Λευκή μάγισσα. «Εσείς του προσφέρατε την ευκαιρία να βγει από το σκοτεινό κουτί και να ζήσει στο φυσικό του περιβάλλον. Ήμουν σίγουρη ότι ήσασταν οι ιδανικοί και γι’ αυτό χάρισα το κλειδί στη Σμαραγδένια».

Έριξε το νούφαρο στη λίμνη και έπειτα αγκάλιασε τους τέσσερις φίλους, κούνησε το ραβδάκι της και βρέθηκαν όλοι πίσω στη μικρή πολιτεία, περισσότερο ευτυχισμένοι και αγαπημένοι από ποτέ.

 

 

Συνταγή της Αμβροσίας:  Το νέκταρ της φιλίας

Υλικά:

1 κιλό φραγκοστάφυλα

3 λοβοί βανίλιας

1 κιλό τσικουδιά (άοσμη – απαλή)

1 κούπα καστανή ζάχαρη

5 σπόροι τόνγκα

 

Εκτέλεση:

Κόβουμε σε τέσσερα κομμάτια τους λοβούς βανίλιας και κοπανίζουμε τους σπόρους τόνγκα. Τοποθετούμε όλα τα υλικά σ’ ένα καλά κλεισμένο γυάλινο βάζο που ανακινούμε καθημερινά και ύστερα από τριάντα – τριανταπέντε ημέρες, στραγγίζουμε το ποτό χρησιμοποιώντας διπλή γάζα και το τοποθετούμε σε μποτίλια.

Please follow and like us:

Comments

comments