Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

από την Μάρθα Πατλάκουτζα

 

Χαμογέλασε. Οι δαίμονες της αποφάσισαν κι εκείνο το βράδυ να της κάνουν μια ολονύχτια βίζιτα. Πήραν να χοροπηδούν, να τραγουδούν. Δοκίμασε να τους διώξει.

Άρχισαν τις γαλιφιές. Τα παρακάλια. Μα πώς να κλείσει στην πόρτα σε κάτι τόσο οικείο;

Τούς μέτρησε έναν προς έναν. Σαν να είχαν πολλαπλασιαστεί επικίνδυνα.

Τούς ζήτησε να σωπάσουν. Έπρεπε να επιλέξει. Παρόν ή παρελθόν;

Απαίτησαν να υπάρξουν. Φόρεσαν τα πιο τρομαχτικά τους πρόσωπα.

Ο ιδρώτας κύλησε καυτός στο κορμί της. Η καρδιά της κόντεψε να σπάσει.

  Το έργο άρχισε να παίζεται και πάλι.. ψιθύρισαν για απώλειες, για όνειρα χαμένα, για πόθους ανεκπλήρωτους.

Είπαν και είπαν πολλά.

Τούς άκουσε. Δάκρυσε, μα στο τέλος τούς ευχαρίστησε.

Πάντα είχε αδυναμία σε όσους της ήταν πιστοί, σε όσους αποτελούσε προτεραιότητα.

Α όλα κι όλα από τους δαίμονες της δεν είχε κανένα παράπονο. Πάντα της ήταν αφοσιωμένοι, αληθινοί, πανταχού παρόντες.

Την πρόσεχαν, την προστάτευαν.

Κι εκείνη ένιωθε σαν μέσα σε μια γυάλα. Ανάσες μηχανικές, κινήσεις ρουτίνας, μια ανακουφιστική ρουτίνα. Πρωί και βράδυ με το ίδιο τέμπο, μαζί με μια ιδέα εγκατάλειψης.

Όλα θα κυλούσαν και πάλι σωστά, ταχτοποιημένα. Εμμονικά συμμετρικά.

Οι δαίμονες νόμιζαν πως την είχαν φυλακίσει και αποσύρθηκαν ικανοποιημένοι.

Γελάστηκαν.

  Χωρίς λάθος, δεν υπάρχει ζωή.

          Το μόνο που είχε μείνει ήταν να το κάνει.

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments