από την Rosa Negra.

Πόσοι  από μας αντέχουμε να τον αντιμετωπίσουμε;  Σχεδόν κανείς μας. Μεγαλώνουμε με το φόβο δίπλα μας.

Φόβος για τον αποχωρισμό από τους γονείς μας, όταν πηγαίνουμε για πρώτη φορά σχολείο, φόβος για το σκοτάδι, φόβος μην ανακαλύψουν τις κοπάνες, το βαθμό που πήραμε στο διαγώνισμα, φόβος για το πώς μας βλέπουν οι άλλοι, φόβος για το αν είμαστε αρκετά ελκυστικοί για τον κρυφό μας έρωτα…. Και καθώς περνάνε τα χρόνια ο φόβος γίνεται όλο και πιο καλός μας φίλος.

Φόβος αν θα τα καταφέρουμε μακριά από τους γονείς και τους φίλους μας στις σπουδές μας σε μια άλλη πόλη, φόβος για το αν είμαστε αρκετά ¨καλοί¨, ώστε να κρατήσουμε κοντά μας τη σχέση που έχουμε επενδύσει τόσο πολύ συναισθηματικά, φόβος για το τι σκέφτονται οι άλλοι, πως μας κρίνουν, φόβος μη πάθει κάτι κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο… απόρριψη, πόνος, θλίψη, εγκατάλειψη συνοψίζονται όλες σε μια λέξη: ¨φοβάμαι¨.

 Θα  έλεγε κανείς ότι όσο περνάνε τα χρόνια ο φόβος μας θα έπρεπε να ελαττώνεται και τελικά να εξαφανίζεται. Γίνεται όμως έτσι; Και ποιος είναι τελικά ο μεγαλύτερος μας φόβος;

Η Έλλη ξύπνησε ουρλιάζοντας, μούσκεμα στον ιδρώτα. Κοίταξε γύρω της τρομαγμένη. Το ρολόι έδειχνε 4 το πρωί. Κάθε βράδυ σχεδόν ο ίδιος εφιάλτης. Πόσο θα άντεχε ακόμα; Ήδη ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση λόγω του χωρισμού της. Σηκώθηκε και πήγε στο σαλόνι να βάλει ένα ποτό. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι δε θα μπορέσει να ξανακοιμηθεί. ¨Φοβάμαι να κλείσω τα μάτια μου, να με πάρει ο ύπνος μήπως δω πάλι το ίδιο όνειρο¨ είχε πει  στη φίλη της. Το ίδιο όνειρο καθημερινά εδώ και δύο μήνες. Βρίσκεται σε ένα δάσος. Νύχτα, το σκοτάδι πυκνό.  Περπατάει με γρήγορα βήματα καθώς η βροχή δυναμώνει και νιώθει να το κρύο να τη διαπερνάει. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά και για μια στιγμή νιώθει ότι θα πεταχτεί έξω από το στήθος της. Ένα ρίγος φόβου τη διαπερνάει καθώς συνειδητοποιεί ότι έχει χαθεί και δε μπορεί να βγει από το δάσος.

Για μια στιγμή τα πόδια της λυγίζουν και νιώθει ότι θα λιποθυμήσει. Παίρνει βαθιά ανάσα. ¨Πρέπει να βρω την έξοδο¨ μονολογεί και συνεχίζει το βάδισμα με πιο αργό ρυθμό, καθώς νιώθει την εξάντληση, το πόνο από τα αγκάθια στα γυμνά της πόδια και το φόβο να την τυλίγουν. Φόβος… Τρόμος… Η καρδιά της αρχίζει πάλι να χτυπάει δυνατά και το σώμα της παραλύει στην αίσθηση ότι κάποιος είναι πίσω της. Κάποιος την ακολουθεί.

Ξαφνικά ο φόβος γίνεται σύμμαχος της και της δίνει ώθηση να τρέξει πιο γρήγορα να σωθεί από τον κίνδυνο που παραμονεύει. Τρέχει χωρίς να κοιτάξει πίσω της, αλλά νιώθει ότι ο άγνωστός εχθρός της τη πλησιάζει, είναι πιο μεγάλος από κείνη, πιο γρήγορος από κείνη, πιο δυνατός από εκείνη… Κοιτάζει γύρω της για βοήθεια… Κανείς.

Συνεχίζει να τρέχει. Τρομαγμένη, συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται σε αδιέξοδο. Δεν μπορεί να πάει ούτε μπροστά ούτε πίσω. Είναι εγκλωβισμένη. Τα βήματα πίσω της ακούγονται πιο έντονα τώρα. Ο άγνωστος την πλησιάζει. Νιώθει την καυτή ανάσα του στο σβέρκο της και το χέρι του στην πλάτη της να την αγγίζει. Γυρίζει προς το μέρος του να τον δει… Και τότε ξυπνάει.

¨Πως θα γίνει να απαλλαγώ από αυτόν τον εφιάλτη; Και το χειρότερο είναι ότι καταλαβαίνω εκείνη την ώρα ότι βλέπω όνειρο και ότι πρέπει να ξυπνήσω. Αχ, δεν αντέχω άλλο να φοβάμαι ¨ είπε και ξέσπασε σε λυγμούς στην αγκαλιά της φίλης της.

¨Κάπου είχα διαβάσει ότι μπορείς να κατευθύνεις και να αλλάξεις τα όνειρα σου¨ της είπε η φίλη της. ¨Κάνε μια προσπάθεια αν το ξαναδείς, να γυρίσεις να δεις ποιος σε κυνηγάει. Ίσως έτσι μπορέσεις να βγάλεις ένα νόημα¨.

¨Έχεις δίκιο, θα το προσπαθήσω¨ είπε η Έλλη και έφυγε πιο ήρεμη για το σπίτι της. Είχε πάει αργά και ένιωθε τόσο κουρασμένη, τόσο ταλαιπωρημένη. Ο ύπνος τη πήρε σχεδόν αμέσως. Πάλι το ίδιο σκηνικό. Σκοτάδι. Κοιτάζει γύρω της. Ερημιά. Αρχίζει να τρέχει. Ο άγνωστος πάλι πίσω της. Τρέχει και αυτός. Την πλησιάζει. Είναι έτοιμος να την αρπάξει.

Και τότε έρχονται στο μυαλό της τα λόγια της φίλης της. ¨Μπορείς να κατευθύνεις τα όνειρα σου¨.

Ο φόβος μετατρέπεται σε θυμό. Είναι μόνο ένα όνειρο, μονολογεί. Είμαι πιο δυνατή από εκείνον. Παίρνει βαθιά ανάσα, είναι αποφασισμένη να αντικρύσει και να αντιμετωπίσει τον εχθρό της. Γυρίζει…  Κοιτάει τον άγνωστο προσεκτικά. Φοράει μάσκα, το πρόσωπό του δε φαίνεται.

¨Θες στα αλήθεια να δεις ποιος είμαι;¨ της λέει ο άγνωστος με μια φωνή που της είναι πολύ οικεία. Δεν αισθάνεται τόσο φοβισμένη πια.

¨Ναι, θέλω¨ του λέει και με αργές κινήσεις τον πλησιάζει. ¨Ο μεγαλύτερος σου φόβος είναι ο εαυτός σου¨ της λέει  ο άγνωστος και με μια απότομη κίνηση βγάζει τη μάσκα και της αποκαλύπτει το πρόσωπό του.

Κοιτάζει  σαστισμένη. Μπροστά της στέκεται μια γυναίκα. Την παρατηρεί προσεκτικά και τότε συνειδητοποιεί ότι η άγνωστη της μοιάζει. Όχι, δεν της μοιάζει απλά.

Είναι εκείνη. Είναι η Έλλη…  

Please follow and like us:

Comments

comments