Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

γράφει η Rosa Negra.

Το σύνδρομο της Στοκχόλμης. Όταν το θύμα αρχίζει να αναπτύσσει συναισθήματα συμπάθειας ακόμα και αγάπης προς το θύτη του.

Ακούγεται τρελό είναι όμως μια πραγματικότητα. Πόσες γυναίκες δέχονται καθημερινά ψυχολογική, λεκτική, ακόμα και  σωματική κακοποίηση από το σύντροφό τους και παρόλα αυτά μένουν;

Τι είναι αυτό που τις κρατάει κοντά σε έναν τέτοιον άνθρωπο;

Όταν η Νεφέλη γνώρισε τον Αλέξη ήταν 18 χρονών. Φοιτητές και οι δύο στη Πάτρα, εκείνη στο πρώτο έτος και εκείνος στο τελευταίο. Ερωτεύτηκαν με τη πρώτη ματιά.

Έντεκα χρόνια μετά, ήταν ακόμα μαζί.  Έντεκα υπέροχα χρόνια που υπήρχε όμως ένα μελανό σημείο. Η ζήλεια του. Αυτή η ζήλια που του θόλωνε το μυαλό και τον έκανε να μη ξέρει τι κάνει. Πόσες σκηνές της είχε κάνει μπροστά σε κόσμο;

Πόσες φορές είχε μαλώσει με κάποιον γιατί πίστευε ότι ήθελε τη Νεφέλη του; Τα πρώτα χρόνια, η Νεφέλη ένιωθε κολακευμένη. Την ήθελε τόσο πολύ που δεν ήθελε να τη μοιράζεται με κανέναν. Μάταια του έλεγε ότι πρέπει να της έχει εμπιστοσύνη.

Η απάντησή του ήταν πάντοτε η ίδια: «Σε σένα έχω, στους άλλους δεν έχω».

Παρόλα αυτά ο Αλέξης ήταν πολύ καλός και τρυφερός μαζί της. Στους άλλους έδειχνε απόμακρος και σκληρός, όμως με εκείνη ήταν διαφορετικός.

Τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν τελείωσαν τις σπουδές τους και αποφάσισαν να μείνουν μαζί στην μικρή πόλη από όπου καταγόταν ο Αλέξης και να παντρευτούν. Ο Αλέξης άνοιξε ένα μαγαζί με ρούχα με το κεφάλαιο που του έδωσαν οι γονείς του και αποφάσισαν η Νεφέλη να μη βρει αλλού δουλειά, αλλά να τον βοηθήσει  με το μαγαζί. Στην αρχή πήγαινε καλά, όμως πολύ γρήγορα η Νεφέλη βρέθηκε να το κρατάει μόνη της καθώς ο Αλέξης έβγαινε σχεδόν κάθε βράδυ με τους φίλους του, έπινε και έπαιζαν χαρτιά μέχρι το πρωί.

Το πρώτο χαστούκι ήρθε όταν η Νεφέλη -που τον περίμενε ένα ολόκληρο βράδυ να γυρίσει και εκείνος ήρθε πολύ μεθυσμένος τα χαράματα- του είπε ότι αν συνεχιστεί αυτό θα φύγει. ¨Αν το ξαναπείς αυτό θα σε σκοτώσω¨ της είπε και την έπιασε από το λαιμό. Εκείνη τον έσπρωξε με όλη της τη δύναμη και κλείστηκε στο δωμάτιο της κλαίγοντας. Ο Αλέξης τότε σα να  ξύπνησε από λήθαργο, έτρεξε πίσω της και την πήρε αγκαλιά. ¨Συγγνώμη, δε ξέρω τι με έπιασε¨ της είπε. ¨Συγγνώμη μωρό μου, συγγνώμη, σ΄ αγαπάω¨ της ψιθύρισε.

Το επόμενο χαστούκι ήρθε όταν πήγε στο μαγαζί και την είδε να μιλάει με έναν πελάτη. Δεν είπε τίποτα εκείνη τη στιγμή πήγε σπίτι και την περίμενε να γυρίσει. Όταν η Νεφέλη μπήκε μέσα τον είδε καθισμένο στο καναπέ με ένα μπουκάλι ουίσκι δίπλα του το οποίο ήταν σχεδόν άδειο. Φοβήθηκε όταν είδε το βλέμμα του τόσο παγωμένο και σκοτεινό.

¨Τι συμβαίνει αγάπη μου;¨ τον ρώτησε.

Εκείνος σηκώθηκε από τη θέση σου και την έπιασε από το λαιμό. ¨Την επόμενη φορά που θα σε δω να χαριεντίζεσαι μες το μαγαζί μου με το κάθε άσχετο θα σε σκοτώσω και σένα και αυτόν¨ της είπε και άρχισε να τη χτυπάει.

«Τι είναι αυτά που λες;»  φώναξε εκείνη κλαίγοντας.

Εκείνος την άρπαξε από τα μαλλιά. «Αυτό που σου λέω»,  ούρλιαξε και άρχισε να τη χτυπάει με μανία.

Πήγε να του ξεφύγει, όμως εκείνος τη πρόλαβε, την έριξε κάτω και άρχισε να τη  κλωτσάει όπου έβρισκε και να της χτυπάει το κεφάλι στο πάτωμα ενώ της φώναζε «Δεν θα με κάνεις εμένα ρεζίλι, θα σε σκοτώσω, με ακούς; Την επόμενη φορά θα σε σκοτώσω!»

Πόσες ώρες έμεινε αναίσθητη; Δεν ήξερε. Ησυχία στο σπίτι, είχε φύγει. Ο πόνος που ένιωθε ήταν πολύ μικρός συγκριτικά με το πόνο που ένιωθε μέσα της. Κοιτάχτηκε στο καθρέφτη. Το πρόσωπό της ήταν ήδη μελανιασμένο από τα χτυπήματα, όπως και το σώμα της.

Ο Αλέξης όταν γύρισε, έπεσε στα πόδια της ζητώντας της να τον συγχωρέσει, ενώ της ορκιζόταν ότι δε θα το ξανακάνει πότε. ¨Ζηλεύω μωρό μου¨ της είπε.

Δε κράτησε την υπόσχεσή του. Το ποτό…. Η ζήλεια… Τα οικονομικά που δεν πήγαιναν καλά… η ανασφάλεια… Φοβόταν ότι θα τη χάσει…

Το ξύλο έγινε καθημερινότητα. Η Νεφέλη ζούσε μες το τρόμο. Φοβόταν ακόμα και να του μιλήσει, δε ήξερε τι θα μπορούσε να τον κάνει έξαλλο για αυτό και πολλές φορές κράταγε μέχρι και την ανάσα της. Ήθελε να φύγει… Αλλά που να πάει; Ντρεπόταν. Δεν ήθελε κανείς να ξέρει τι περνούσε. Αλλά πάνω από όλα, τον αγαπούσε. Όταν της έλεγε με δάκρυα στα μάτια ότι δε θα το ξανακάνει, τον πίστευε. Πίστευε ότι ήταν μια άσχημη περίοδος που θα πέρναγε και θα ξαναγινόταν ο παλιός Αλέξης που τόσο λάτρευε.

Όσο περνούσε ο καιρός τα πράγματα γίνονταν όλο και χειρότερα. Κυκλοφορούσε σχεδόν μόνιμα με γυαλιά και ζιβάγκο για να μην καταλάβουν οι άλλοι τι συνέβαινε. Κανείς δεν έπρεπε να ξέρει. Πολλές φορές αναρωτιόταν και η ίδια τι ήταν αυτό που τη κράταγε.

Αγάπη; Φόβος; Ανασφάλεια; Ντροπή;

Οι μέρες που εκείνος δεν έπινε τόσο πολύ και ήταν γλυκός και τρυφερός μαζί της όπως παλιά; Η ελπίδα ότι θα τηρήσει την υπόσχεσή του και δε θα τη ξαναχτυπήσει;

Εκείνη τη μέρα είχε πολύ δουλειά στο μαγαζί. Παραμονή Χριστουγέννων και ο όλος ο κόσμος είχε ξεχυθεί στους δρόμους για τα τελευταία ψώνια. Η Νεφέλη εξυπηρετούσε με χαμόγελο και μετά από πολύ καιρό αισθανόταν χαρούμενη και αισιόδοξη για το μέλλον. Ο Αλέξης είχε καιρό να τη χτυπήσει. Είχε γίνει πάλι ο παλιός Αλέξης που τόσο ερωτεύτηκε. Αυτή τη φορά τήρησε την υπόσχεση του και έκοψε το ποτό.  Όλα θα πήγαιναν καλά από δω και πέρα, το ένιωθε.

Γύρισε σπίτι αργά το απόγευμα χαρούμενη που οι εισπράξεις τις μέρες εκείνες των γιορτών, είχαν ξεπεράσει κατά πολύ τις προσδοκίες της και θα έδιναν μια μεγάλη ανάσα στα οικονομικά τους. Ίσως κατάφερναν να πάνε και εκείνο το ταξίδι στο εξωτερικό που τόσο ήθελε…

Μπήκε σπίτι και φώναξε το όνομα του. Σιωπή. Ετοίμασε φαγητό και έστρωσε το εορταστικό τραπέζι. Κοίταξε  το χριστουγεννιάτικο δέντρο και χαμογέλασε. Σήμερα θα του έκανε τη μεγαλύτερη έκπληξη και περίμενε ανυπόμονα να δει την έκφραση του.

Ήρθε σπίτι περασμένα μεσάνυχτα τρικλίζοντας. Τον  είδε και της κόπηκε η ανάσα. ¨Μη πεις τίποτα¨ της είπε και πήγε να βάλει να πιει.

Η Νεφέλη του πήρε το ποτήρι από τα χέρια. Εκείνος έγινε έξαλλος. Άρχισε να τη χτυπάει ενώ της φώναζε να μη τολμήσει να το ξανακάνει αυτό.  Η Νεφέλη ένιωσε για πρώτη φορά το άδικο να τη πνίγει. ¨Όχι αυτή τη φορά θα με ακούσεις¨ του φώναξε και εκείνη. ¨Βαρέθηκα! Και σένα και τις απειλές σου !Ως εδώ ήταν. Φεύγω και αυτή τη φορά είναι οριστικό!¨

Έτρεξε προς το  δωμάτιο της και εκείνος την ακολούθησε. Την έπιασε από τα μαλλιά και την έσυρε μέχρι το σαλόνι. Άρχισε να τη χτυπάει με λύσσα ενώ εκείνη του φώναζε να σταματήσει. Την άρπαξε από το λαιμό και άρχισε να τη πνίγει.  Μάταια εκείνη προσπαθούσε να του πει να σταματήσει. Το χέρι της έπεσε μετά από λίγο  στο πάτωμα και τα μάτια της έμειναν να κοιτάζουν άψυχα πια, τα λαμπάκια που αναβόσβηναν στο δέντρο.

Από κάτω του υπήρχε ένα κουτί σε σχήμα δώρου που μέσα είχε ένα φορμάκι και μια κάρτα που έγραφε: ¨Τα επόμενα Χριστούγεννα θα είμαστε τρεις. Σε αγαπάω….¨

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments