Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Από την Ισμήνη Χαρίλα

Ο Όσκαρ Γουάιλντ γεννήθηκε το 1854 στο Δουβλίνο και πέθανε το 1900 στο Παρίσι, έχοντας γνωρίσει κατά την περίοδο των σαράντα έξι αυτών ετών το ωραιότερο και χειρότερο πρόσωπο της ζωής. Η πολυτελής διαβίωση, η φήμη, η δόξα, η ευδαιμονία και η ελευθερία χάθηκαν άξαφνα το 1895 στη σκιά μιας δικαστικής υπόθεσης που οδήγησε τον διάσημο μυθιστοριογράφο, θεατρικό συγγραφέα και ποιητή στη φυλακή, την πτώχευση και εντέλει στον θάνατο.

Σύμφωνα με τα βιογραφικά του στοιχεία, όλα ξεκίνησαν όταν ο Γουάιλντ μήνυσε τον Μαρκήσιο του Κουΐνσμπερυ – Τζων Ντάγκλας – για συκοφαντική δυσφήμιση. Ο Μαρκήσιος ήταν ο πατέρας του Άλφρεντ Ντάγκλας (αποκαλούμενος Μπόζι) και κατηγόρησε τον Γουάιλντ ότι είχε ομοφυλοφιλική σχέση με τον γιο του. Η διαμάχη τους οδηγήθηκε στα δικαστήρια – όπου οι δικηγόροι του Ντάγκλας προσκόμισαν ενοχοποιητικές αποδείξεις για επαφή του λογοτέχνη με τον κόσμο της ανδρικής πορνείας. Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι ο νόμος όριζε τον σοδομισμό ως αδίκημα, ο Γουάιλντ καταδικάστηκε σε κάθειρξη δυο ετών σε καταναγκαστικά έργα.

Έγκλειστος στις φυλακές του Ρήντινγκ, ο Γουάιλντ απεύθυνε στον Μπόζι το 1897 μια επιστολή ογδόντα σελίδων, η οποία δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο και των δυο και συγκεκριμένα το 1945 με τον τίτλο «Epistola: in carcere et vinculis»[1]. Το έργο είναι πλέον γνωστό ως «De profundis»[2] και κυκλοφορεί στα ελληνικά και από τις Εκδόσεις Γκοβόστη σε ένα δύσκολο μεταφραστικό στοίχημα που βασίζεται στη δεξιοτεχνία του Άρη Αλεξάνδρου.

Από την πρώτη κιόλας σελίδα ο Γουάιλντ συνοψίζει τόσο τα συναισθήματα που του γεννούν τα δεσμά του, όσο και τις σκέψεις του για τον απολογισμό όσων συνέβησαν:

«Η κακότυχη, η αξιοθρήνητη φιλία μας τέλειωσε με την καταστροφή και τη δημόσια ατίμωση για μένα κι ωστόσο, η θύμηση της παλιάς μας στοργής συχνά με συντροφεύει και η σκέψη πως το μίσος, η πικρία και η περιφρόνηση θα μπορούσαν να πάρουν για πάντα τη θέση που κρατούσε κάποτε στην καρδιά μου η αγάπη, μου φέρνει τόση θλίψη. Και συ νομίζω θα νιώσεις στην καρδιά σου πως είναι προτιμότερο να μου γράφεις εδώ, στη μοναξιά της φυλακής μου, παρά να δημοσιεύσεις γράμματά μου χωρίς να μου ζητάς την άδεια ή να μου αφιερώνεις ποιήματα χωρίς να με ρωτάς, μ’ όλο που ο κόσμος δεν θα μάθει ποτέ τι λόγια πικρίας ή πάθους, τύψης ή αδιαφορίας, θα διάλεγες για να μου τα στείλεις σαν απάντηση ή σαν έκκληση».

Βήμα – βήμα αφηγείται την ιστορία και την προσπάθειά του να απομακρυνθεί από έναν άνθρωπο που επέτρεψε στο μίσος που ένιωθε για τον πατέρα του να υπερνικήσει κάθε αίσθημα αγάπης και να καταστρέψει ό,τι και όποιον άγγιξε.

Το κείμενο – παρόλο που όπως αναφέρεται στο εισαγωγικό σημείωμα συντάχθηκε μέρα τη μέρα, αφού ο Γουάιλντ δεν δικαιούταν παρά μόνο μια κόλλα χαρτί που του την έδιναν όταν παρέδιδε την προηγούμενη – είναι σφιχτοδεμένο και κάθε λέξη του αποπνέει τη βαθειά οδύνη ενός ατόμου που υποφέρει και ταυτόχρονα αγωνίζεται να αντιμετωπίσει, στο μέτρο του δυνατού και με αντικειμενικότητα τα λάθη του.

Παράλληλα με τη συναισθηματική ανάλυση, ο Γουάιλντ παραθέτει τις απόψεις του για την τέχνη, τον ρόλο της κοινωνίας, την Εκκλησία, την Πλατωνική φιλοσοφία και την παρουσία του Χριστού στην αληθινή ζωή, ενώ, έχοντας πλήρη συναίσθηση της πτώσης του και της μετέπειτα πορείας του, αποδέχεται την πραγματικότητα: «Το υπέρτατο αμάρτημα είναι το να ‘σαι ρηχός. Καθετί που έχεις συνειδητοποιήσει, είναι σωστό (…) Δεν μετανιώνω ούτε για μια στιγμή που έζησα κάποτε για την απόλαυση. Έφτασα ως την απόλυτη πληρότητα, όπως θα ‘πρεπε να κάνει κανείς με το καθετί που κάνει».

Το «De profundis» επομένως είναι ένα πόνημα που κάθε πρόταση, κάθε έννοια προκαλεί συλλογισμούς, αφού είναι το δημιούργημα ενός καλλιτέχνη που τιμά την τέχνη ακόμη και τη στιγμή που η ψυχή του αντιμάχεται τον απολυτότητα του πόνου.

[1] Εν φυλακαῖς και δεσμοῖς

[2] Εκ Βαθέων

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments