Από την Ισμήνη Χαρίλα

«Ό,τι προστάτευαν οι νόμοι των ανθρώπων ή της φύσης, βρίσκεται στο έλεος μιας άγνωστης και άγριας κτηνωδίας».

Καθώς εξελίσσεται ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος, δέκα κάτοικοι της Ρουέν εγκαταλείπουν την πόλη τους, προσπαθώντας να προστατευθούν από τη θηριωδία του πολέμου και την εκδικητικότητα του εχθρού. Οι άνθρωποι αυτοί συνταξιδεύουν σε μια άμαξα με προορισμό την Χάβρη και αποτελούν μια μικρογραφία της κοινωνίας, αφού είναι μέλη της αριστοκρατίας, της αστικής τάξης, του στρατού, των δημοκρατικών και του Κλήρου. Ανάμεσά τους η Ελισάβετ Ρουσέ, μια εκδιδόμενη που λόγω του βάρους της έχει το προσωνύμιο «Χοντρομπαλού». Η παρουσία της στην άμαξα φέρνει σε δύσκολη θέση τους υπόλοιπους ταξιδιώτες και ιδίως τις γυναίκες. Παρόλα αυτά η δύσκολη και πολύωρη διαδρομή μέσα από τα χιονισμένα τοπία και η πείνα πείθουν τους συντηρητικούς αυτούς ανθρώπους να δεχτούν την προσφορά της και να μοιραστούν μαζί της το φαγητό που έχει στο καλάθι της. Η ευγένεια τους αναγκάζει πλέον να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και κατά το υπόλοιπο του ταξιδιού τους. Έπειτα από μια νύχτα ξεκούρασης σε ένα πανδοχείο, ένας Πρώσος αξιωματικός δεν τους επιτρέπει να φύγουν, εάν η Ελισάβετ δεν ικανοποιήσει πρωτίστως τις σαρκικές επιθυμίες του. Εκείνη αρνείται στην αρχή σθεναρά, υποκύπτει όμως στο τέλος εξαιτίας των παρακλήσεων των συνταξιδιωτών της που φοβούνται για τη ζωή τους. Η άμαξα συνεχίζει το ταξίδι της, αλλά αυτήν τη φορά η «Χοντρομπαλού» νιώθει έντονα την περιφρόνηση στο βλέμμα αυτών που μέχρι την προηγούμενη ημέρα την ικέτευαν να τους σώσει.

Η παραπάνω ιστορία αποτελεί φυσικά την αφηγηματική βάση του γνωστού διηγήματος «Χοντρομπαλού» του Γκυ ντε Μωπασσάν που δημοσιεύτηκε αρχικά στο έργο «Οι βραδιές του Μεντάν», που αποτελούσε το σύνολο έξι ιστοριών με θέμα τον Γαλλοπρωσικό πόλεμο που εμπνεύστηκαν από τους μυθιστοριογράφους που συγκροτούσαν τον λογοτεχνικό κύκλο Νατουραλιστών στο σπίτι του Εμίλ Ζολά, στην περιοχή του Μεντάν.

Μέσω της «Χοντρομπαλούς» που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1880, ο Μωπασσάν θίγει το θέμα του πολέμου και τα συναισθήματα των ανθρώπων απέναντι σε αυτόν και διαφοροποιεί τη στάση του επιτιθέμενου από τον αμυνόμενο. Βασιζόμενος στα κύρια χαρακτηριστικά της Νατουραλιστικής έκφρασης, παρατηρεί και περιγράφει τόσο τον εξωτερικό περίγυρο, όσο και τις εσωτερικές αντιδράσεις. Οι άνθρωποι ενεργούν με βάση τα εσωτερικά ένστικτα, αλλά και τις συνθήκες στις οποίες βρίσκονται, όπως ακριβώς και οι ταξιδιώτες της συγκεκριμένης ιστορίας.

Η έλλειψη φαγητού είναι εκείνη που τους οδηγεί να συναναστραφούν μια γυναίκα που περιφρονούν και αντιστοίχως ο φόβος για τη σωματική τους ακεραιότητα που τους παρακινεί να μεταστρέψουν την αρχική της απόφαση για τον Πρώσο αξιωματικό.

Η ανάλυση των χαρακτήρων επιτρέπει παράλληλα και την αντιπαράθεσή τους. Ενώ οι εκπρόσωποι της υποτιθέμενης ενάρετης τάξης εγκαταλείπουν την πόλη τους, προσπαθώντας να περισώσουν τις περιουσίες τους και τον τρόπο ζωής τους, η Ελισάβετ αρνείται να υπηρετήσει τους στρατιώτες του εχθρού. Για τους πρώτους πρωταρχική σημασία έχει ο εαυτός τους, ενώ για τη δεύτερη η πατρίδα. Ατομικότητα versus συλλογικότητας λοιπόν και αυτό είναι εμφανές και στη διαχείριση της κατάστασης με τον Πρώσο αξιωματικό, όταν οι ταξιδιώτες θεωρούν δεδομένη την αποδοχή της πρότασης, διότι «αυτό είναι ούτως ή άλλως το επάγγελμά της» και υποτιμούν την έννοια της αντίστασης στις απαιτήσεις του κατακτητή που για τους ίδιους καταλήγει να εξυψώνεται, αφού θα μπορούσε κάλλιστα να βιάσει όλες τις γυναίκες και όχι να υποβάλλει απλώς το αίτημά του.

Η υποκρισία είναι εμφανής καθ΄ όλη τη συνέχεια της αφήγησης, αφού εκείνοι που εκλιπαρούν τη «Χοντρομπαλού» να τους σώσει από τον αξιωματικό και τονίζουν πόσο ευγνώμονες θα ήταν για τη θυσία της, την περιφρονούν και την αγνοούν κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου ταξιδιού, αφού δεν αντιπροσωπεύει πλέον μια «ακάθαρτη επαφή». Τραγικότερη δε είναι η στάση των μοναχών που συμμετείχαν στο παιχνίδι εξαπάτησης και την καταφρονούν, ενώ υπηρετούν τον Λόγο του Θεού που διδάσκει την αγάπη, την καλοσύνη και τη δικαιοσύνη.

Ο πόνος της παράδοσης και της καταπάτησης των αρχών της για ανθρώπους που τελικά δεν το άξιζαν και που φθάνουν στο σημείο να μην μοιραστούν καν αυτή τη φορά μαζί της το δικό τους φαγητό, προκαλεί τα δάκρυα της «Χοντρομπαλούς» που οι συνταξιδιώτες της – βουτηγμένοι στην αυταρέσκειά, τη μικροπρέπεια και τον εγωισμό τους – ερμηνεύουν ως «δάκρυα για τη ντροπή της».

Με λεπτή ειρωνεία και αναλύοντας χαρακτήρες που εκπροσωπούν τόσο τις υψηλές, όσο και τις περιθωριακές τάξεις της κοινωνίας, ο Μωπασσάν αποδεικνύει επομένως ότι η εντιμότητα και η καθαρότητα της σκέψης και της ψυχής δεν συμβαδίζουν πάντοτε με την εξωτερική εικόνα.

Please follow and like us:

Comments

comments