Από την Άρια Σωκράτους

Η ροή του έρωτα είναι χειμαρρώδης, ορμητική, διεκδικητική, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Ο Προυστ υποστήριζε πως η απεραντοσύνη του ή η εγωπάθεια του μας κάνει να ερωτευόμαστε ανθρώπους που τα πνευματικά και ηθικά χαρακτηριστικά τους δεν είναι για μας αντικειμενικά καθορισμένα και τα εξωραίζουμε σύμφωνα με τις επιθυμίες και τους φόβους μας. Ο έρωτας είναι η μεγαλύτερη υπερφυσική δύναμη, η μαγεία της οποίας παραλύει όλες τις αισθήσεις και τις ξυπνά όποτε η ίδια θεωρεί απαραίτητο. Οι ρόλοι του θύτη και του θύματος εναλλάσσονται με ταχύτητα φωτός.

Ο χρόνος της παρουσιαζόταν με τη μορφή του παρόντος που καταβροχθίζει το μέλλον. Έτρεμε την ταχύτητα του όταν περίμενε κάτι οδυνηρό και δυσανασχετούσε όταν περίμενε κάτι ωραίο.

Αυτή τη φορά όμως ο χρόνος της εμφανίστηκε τελείως διαφορετικός. Δεν είχε τη μορφή του ορμητικού ποταμού που τα σάρωνε όλα στο πέρασμα του και καταβρόχθιζε τις στιγμές που γλιστρούσαν σαν νερό μέσα από τα ντελικάτα και αβέβαια της δάχτυλα.

Τώρα ο χρόνος μοιάζει να έχει ανοικτές παρτίδες με το παρελθόν, να γίνεται δέσμιος του και να νικιέται από αυτόν. Βλέπει εκείνον να ξεκολλάει από τη ζωή της και να φεύγει.

Στέκεται εκεί σαν υπνωτισμένη και τον παρατηρεί να ξεμακραίνει, να αχνοφαίνεται, να γίνεται μια λιλιπούτεια φιγούρα και να αποχαιρετά για πάντα το οπτικό της πεδίο.

Πόσες μαχαιριές σκοτώνουν άραγε την καρδιά; Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ένιωθε πως είχε πάψει προ πολλού να χτυπάει. Της φάνηκε σαν να είχε σταματήσει τη λειτουργία της και εκείνη είχε πάρει παράταση ζωής. Μια παράταση που διαιωνίζει τον πόνο.

Τότε δοκιμάσε μια εντελώς καινούρια αίσθηση που τη λένε νοσταλγία. Μια ακατανίκητη λαχτάρα της επιστροφής. Όμως πώς μπορεί να επιστρέψει και σε ποιόν;

Σε κάποιον που υπήρξε κάποτε δικός της μόνο στα όρια της αχαλίνωτης φαντασίας της;

Αλήθεια πόσες φορές τον είχε δει πραγματικά στη ζωή της; Πόσες χαρές, πόσο πάθος, πόσο πόνο είχαν μοιραστεί μαζί; Τόσες λίγες οι φορές, τόσο πολύς ο πόθος.

Πώς μπορείς να ποθείς κάποιον που με δυσκολία μπορείς να θυμηθείς τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, το χαμόγελο του, την έκφραση και τους ήχους του την ώρα της υπέρτατης ηδονής;

«Κανείς δεν ξέφυγε ποτέ από τη σκιά του ανεκπλήρωτου έρωτα», της είχε πει κάποτε εκείνος και είχε δίκιο. Ένιωθε πως η ζωή της ήταν ένα σπίτι γεμάτο με παράθυρα, παράθυρα στραμμένα προς τα πίσω.

Ο ερωτικός πόνος είναι μεγάλος, όμως μεγαλύτερη είναι η κατάπληξη που δοκιμάζει καθώς βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μορφή του χρόνου όπως ποτέ δεν της είχε εμφανιστεί.

Τον θεωρούσε υπεύθυνο που έχασε ένα κομμάτι του εαυτού της, ένα εαυτό που ποτέ ξανά δεν θα αντίκριζε τον ίδιο.

Αγαπούσε εκείνον ή την αντανάκλαση του δικού της εαυτού όπως έβγαινε από τα δικά του μάτια; Πόση ανάγκη είχε να δει τον εαυτό της με τα δικά του μάτια.

Ο ακαταμάχητος πειρασμός την προτρέπει να ξαναζήσει τις μεγάλες στιγμές ενός έρωτα που έχει πια τελειώσει. Ενός έρωτα εμποδισμένου από Θεούς και ανθρώπους όπως όλοι οι μεγάλοι έρωτες.

Βλέπει το βλέμμα του στα μάτια του σημερινού της εραστή, ακούει τη φωνή εκείνου. Αναζητάει τον απόηχο, τις αντιστοιχίες που την κάνουν να συναισθανθεί την απόσταση σε αυτό που κάποτε υπήρξε και σ’αυτό που υπάρχει.

Ποτέ πριν δεν είχε νιώσει να την πλημμυρίζει τόσο η ομορφιά όσο τώρα που η νοσταλγία του προηγούμενου της έρωτα διαποτίζει κάθε κύτταρο του κορμιού της.

«Ζήσε, ξέχασε, σταμάτα να σκέφτεσαι», της λέει μια φωνή κι εκείνη σηκώνεται ξαφνιασμένη.

Όχι, δεν θέλει να γλιστρήσει η ζωή της σαν άμμος για ένα έρωτα θαμμένο στα κατάστιχα της φαντασίας, όσο πιο γοητευτική κι αν είναι από την πραγματικότητα.

«Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη», της λέει ο Σεφέρης χαμογελώντας σιβυλλικά στο εξώφυλλο του βιβλίου που κρατάει στα χέρια της.

«Για ένα έρωτα μυστηριώδη κι ακαταμάχητο όπως όλοι οι έρωτες που ποτέ δεν ζήσαμε.», ψιθυρίζει εκείνη και κατευθύνεται προς το παράθυρο.

Έφτασε η ώρα να το κλείσει.

 

Δημοσιεύτηκε στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΗΡΥΚΑ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ 9 Φεβρουαρίου 2019

Please follow and like us:

Comments

comments