Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

από την Αναστασία Δημητροπούλου.

«Ένας θρόνος δεν είναι παρά ένας πάγκος καλυμμένος με βελούδο», δήλωσε παγερά ο Μοχάμεντ Αλ Φαγέντ στους πεινασμένους δημοσιογράφους μόλις ένα εικοσιτετράωρο από το μοιραίο αυτοκινητικό ατύχημα του γιου του. Το βλέμμα του, αν και συντετριμμένο, θαρρείς, τρυπούσε τις κάμερες κι έστελνε τα δικά του σκοτεινά μηνύματα. Το κορμί του λες κι ισορροπούσε πάνω σε καρφιά. Καθένας από τους πονεμένους μορφασμούς του, αυτό μαρτυρούσε ξεκάθαρα.

Οι γροθιές του, σφιγμένες η μία μέσα στην άλλη, έμοιαζαν για πρώτη φορά ανίσχυρες. Λίγα λεπτά πιο πριν είχαν χαϊδέψει την αλλοιωμένη από τη σφοδρή σύγκρουση, σωρό του αγαπημένου του Ντόντι, που τού ‘μελλε να πληρώσει με την ίδια τη ζωή του τον έρωτά του για μια πριγκίπισσα. Την πιο δυστυχισμένη, για την ακρίβεια. «Να θυμάστε όμως, τα εξής, φίλοι και συμπαραστάτες μου, στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου: πως ο θάνατος μαστιγώνει πλούσιους και φτωχούς πάντα με έναν συγκεκριμένο, απαράλλαχτο και αλύπητο τρόπο, πως όταν η ευτυχία φτάνει σε ένα ορισμένο ύψος, τραβάει πάνω της τον κεραυνό, και πως μια τρύπα σε σημείο εμφανές, θα αποτελεί το σταθερό εχθρό όλων των υφασμάτων. Και το βελούδο δεν είναι η εξαίρεση αυτού του κανόνα», συμπλήρωσε, κι ύστερα χάθηκε μες στο κομφούζιο που προκάλεσαν οι σωματοφύλακές του.

 

Ακριβώς τα ίδια είχε πει και στην ίδια τη Νταϊάνα τη δεύτερη από τις εννέα μέρες που είχαν περάσει στη θαλαμηγό του, Jonikal, μαζί με τον δικό του γιο, αλλά και τους πρίγκιπες, Ουίλιαμ και Χάρυ. Καθώς το πλωτό του παλάτι έκοβε βόλτες στη Μεσόγειο κι ο ήλιος έλουζε γαλαζοαίματους και μη, η κοφτερή κι ακοίμητη ματιά του Αιγύπτιου δισεκατομμυριούχου, διέκρινε στον Ντόντι του και τη Lady D., ένα τρελά ερωτευμένο ζευγάρι. Ένα ζευγάρι που διατυμπάνιζε με τη στάση του πως από την αγάπη δεν υπάρχει τίποτα μεγαλύτερο ή ίσο, και πως μια καλή άσκηση για τις βασανισμένες καρδιές είναι να βρουν πάντα λόγους και ανθρώπους για να αγαπήσουν. Παρά το γεγονός ότι ο Ντόντι υπήρξε δεινός playboy, μπλεγμένος σε σκάνδαλα πάσης φύσεως, και μετρίου αναστήματος επιχειρηματίας, στη Lady D. είχε συναντήσει μια γυναίκα διαφορετική από όλες τις υπόλοιπες, κι αυτό ήταν που είχε συντελέσει στη μεταστροφή του. Γι’ αυτόν, η Νταϊάνα ήταν μια γυναίκα που το πρωτόκολλο είχε αναγκάσει να ζει τρεις διαφορετικές ζωές: την δημόσια, την ιδιωτική και τη μυστική. Μια γυναίκα που οι άλλοι της επέβαλαν να αλλάζει τις απελπισίες σαν τα πουκάμισα. Μια γυναίκα που την είχαν πληγώσει οι δήθεν δικοί της άνθρωποι, και την είχε λατρέψει ο υπόλοιπος πλανήτης για τη ζεστασιά και την απλότητά της. Αναμφίβολα, αυτήν τη γυναίκα όφειλε να σώσει ο Ντόντι, κατά τα λεγόμενά του.

Και δεν είχε καθόλου άδικο. Η Νταϊάνα Σπένσερ που στα είκοσί της παντρεύτηκε τον πρίγκιπα Κάρολο, και το μυστήριο του λαμπερού γάμου τους μεταδόθηκε σε 750 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλον τον κόσμο, η ίδια κοπέλα, της οποία και η κηδεία καθήλωσε στους δέκτες τους 10 εκατομμύρια θεατές μόνο στη Βρετανία, κουβαλούσε διπλή ατυχία στους ώμους της: μιαν άκρως απαιτητική πεθερά, της οποίας η βασιλική της ιδιότητα αποτελούσε τη μόνιμη και καλύτερη δικαιολογία για τις παρεμβάσεις της κι έναν σύζυγο, του οποίου το απωθημένο ήταν μια άλλη γυναίκα. Μπορεί να απέκτησαν μαζί δύο γιους, όμως το συναισθηματικό χάσμα τους δε μπόρεσε με τίποτα να γεφυρωθεί. Και οι καβγάδες, οι στενοχώριες, κι οι κάθε είδους απογοητεύσεις είναι πάντα αγκάθια στην ανθρώπινη καρδιά.

Κανείς δε νοιάζεται αν διαδραματίζονται πίσω από τους τοίχους ενός παλατιού, υπό τη σιωπή των υποκόμων, και το βάρος του στέμματος. Κι όλοι μπορούν άνετα εδώ να συμφωνήσουν πως κάποια παραμύθια δεν έχουν ευτυχές τέλος. Σε ένα τέτοιο ήταν δυστυχώς, πρωταγωνίστρια η Νταϊάνα. Σε ένα, όπου για τους πιο πολλούς Άγγλους two is company, but three is a crowd.

 

Όταν η πριγκίπισσα χώρισε τον Κάρολο με τσακισμένη την ψυχή, αναζήτησε την αγάπη αλλού. Κι η αλήθεια είναι πως άλλες φορές την έβρισκε, κι άλλες την έχανε κι αυτό ήταν ένα σπάσιμο νεύρων που προερχόταν κατευθείαν απ’ τα ανάκτορα του Μπάκινγχαμ. Η γνωριμία της με τον Ντόντι Αλ Φαγέντ ήρθε κυριολεκτικώς έπειτα από αρκετές φουρτούνες. Και ήταν αυτή που τής επέστρεψε το χαμόγελο στα χείλη της, αυτή που αποτέλεσε ύστατη ανάσα ζωής για την πριγκίπισσα που πνιγόταν μέσα στον ίδιο τον εαυτό της. Η Νταϊάνα είδε στον μελαχρινό γόη έναν άνδρα που θα μπορούσε να την κάνει ευτυχισμένη. Το είχε ανάγκη. Δέθηκε μαζί του, και πλάι του ανακάλυψε πως όταν η καρδιά τολμά επιτέλους να μιλήσει, δεν χρειάζεται ούτε προετοιμασία, ούτε πρωτόκολλο. Πως είναι καλύτερα να ζήσεις έστω και μια μέρα σαν λιοντάρι, παρά εκατό σαν πρόβατο. Και πως η αγάπη μάς κάνει όλους στρατιώτες πρώτης γραμμής.

 

Όταν έγιναν ζευγάρι με τον Ντόντι, οι δημοσιογράφοι έτρεχαν ξωπίσω τους σαν γλάροι που είχαν μυριστεί τράτα, κι αυτό δημιουργούσε προβλήματα στις κοινές και μη, εξόδους τους, όμως ήταν κι αυτό που τους έκανε ένα. Ήταν αυτό που θα τους οδηγούσε στο θάνατο, μάλιστα. Την τελευταία τους νύχτα πάνω σ’ αυτή τη γη, πάλι έπαιζαν κυνηγητό με τους παπαράτσι. Αυτή τη φορά, αρένα ήταν η πόλη του Φωτός κι επίμαχο σημείο το ξενοδοχείο Ritz, από όπου θα βγουν λίγο μετά τα μεσάνυχτα ο Ντόντι και η Νταϊάνα χέρι – χέρι. Όταν θα επιβιβαστούν με πολύ γρήγορες και συγχρονισμένες κινήσεις στη μαύρη Benz για να ξεφύγουν απ’ τους φωτογράφους που οργιάζουν, ο χρόνος τους θα αρχίσει να μετρά αντιστρόφως.

Ο οδηγός θα κληθεί να σανιδώσει το γκάζι, μια κι οι παπαράτσι δεν τα παρατούν κι εξαπολύουν κανονικό ανθρωποκυνηγητό πίσω απ’ την πριγκίπισσα. Σάββατο βράδυ και η Champs Elyssees είναι γεμάτη από αυτοκίνητα. Εκείνος όμως πρέπει να κινηθεί όσο πιο σωστά μπορεί. Η καταδίωξη έχει αρχίσει να εκνευρίζει Ντόντι και Νταϊάνα. Τον πιέζουν να τρέξει. Να τρέξει σα να μην υπάρχει αύριο. Πράγματι το αύριο γι’ αυτούς τους δύο δεν επρόκειτο να υπάρξει. Το αυτοκίνητο τρέχει με 85 μίλια αντί για 30 μέσα σε σήραγγα, και εδώ είναι που τα λεπτά τρεμοσβήνουν σαν κερί. Το κακό είναι πως ο οδηγός είναι μεθυσμένος. Και κάνει επικίνδυνους ελιγμούς. Όταν θα θελήσει να αποφύγει ένα Fiat Uno, δεν θα σταθεί τυχερός. Το αυτοκίνητο στο οποίο επιβαίνουν Ντόντι και Νταϊάνα, θα πέσει με ταχύτητα στο 13ο πυλώνα της σήραγγας, κι ο θάνατος θα δρέψει τις ζωές όλων. Γαλαζοαίματων και μη.

 

Κι όταν όλα θα έχουν τελειώσει, κι όλοι θα έχουν ενημερωθεί, άλλοι θα κλάψουν κι άλλοι, κατά τον Μοχάμεντ Αλ Φαγέντ, θα γελάσουν σατανικά. Ο πατέρας του Ντόντι που εκτιμούσε ιδιαιτέρως τη Νταϊάνα, και που ποτέ δεν έγινε αποδεκτός από την αγγλική κοινωνία και τα σοβινιστικά στερεότυπά της, δε θα διστάσει να προσάψει κατηγορίες. Για ‘κείνον, έχουν μόλις φύγει ένα κομμάτι της ψυχής του, και μια γυναίκα που διάλεξε να ζήσει αντί απλώς να υπάρξει. Για μας, όλους τους κοινούς θνητούς, στις 31 Αυγούστου 1997 έφυγε ένας άνδρας από αυτούς που θα έχουν μια μαγική ικανότητα να μένουν αλησμόνητοι, κι η Lady D.

Η ερωμένη των μυθιστορημάτων, η ηρωίδα των θεατρικών έργων, το αόριστο «εκείνη» καθενός από τα ωραιότερα ποιήματα του κόσμου. Στις 31 Αυγούστου άλλοι έκαναν λόγο για εγκληματική ενέργεια, κι άλλοι για τραγικό παιχνίδι της μοίρας. Η αλήθεια θα είναι κάπου στη μέση μάλλον, αλλά τι σημασία έχει; Οι μάζες δεν διψούν ποτέ γι’ αυτήν. Άλλωστε, είναι γνωστό πως όποιος τις προμηθεύει με ψευδαισθήσεις, θα γίνει εύκολα κυρίαρχός τους, κι όποιος τολμά να τις διαλύσει, εξιλαστήριο θύμα τους. Τι σημασία έχουν όλα τα άλλα όταν από αυτόν τον κόσμο έφυγε η γυναίκα, της οποίας η αγάπη ήταν η ομορφιά της ψυχής; Σημασία έχει μόνο αυτό: πως το Ρόδο της Αγγλίας, όπως την προσφώνησε για τελευταία φορά ο Elton John, έχει ανοίξει τα πέταλά του στους ουρανούς, αλλά η μυρωδιά του θα βρίσκεται πάντα στην καρδιά μας.

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments