Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

από τη Μάρθα Πατλάκουτζα

Περπατώντας στην παραλία εισέπνευσες τη μυρωδιά της θάλασσας. Κοίταξες τον ορίζοντα. Κι άλλα καράβια είχαν ρίξει άγκυρα στον βυθό της. Αιχμαλωτισμένα από τις διαθέσεις των ανθρώπων περίμεναν το επόμενο cargo τους.

          Κι εκεί η ζήλια έκανε την εμφάνισή της. Όχι, για τους ναυτικούς αλλά για τα καράβια που μπορούσαν να ταξιδέψουν σε κάθε γεωγραφικό μήκος και πλάτος, που μπορούσαν να δουν τον κόσμο.

          Και αν δεν δεις όσο πιο πολύ κόσμο στη ζωή σου, τι θα πεις στο τέλος πως έζησες;

          Το κύμα ένευσε καταφατικά. Η θάλασσα ατάραχη, ανεπηρέαστη από τον χρόνο θα συνεχίσει να αντρώνει παλικάρια, θα συνεχίσει να ανταγωνίζεται τα θηλυκά της ξηράς.

          «Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…» είχε πει ο Νίκος Καββαδίας.

          Μία θάλασσα, αμέτρητα καράβια. Μία θάλασσα, άπειροι εραστές. Κανένας τους δεν την πρόδωσε. Όσοι τη γεύτηκαν, μαγεύτηκαν. Έφυγαν από μέσα της, μόνο σαν το γήρας τους έριξε στο ακρογιάλι. Αλλά και πάλι στον καφενέ σιγοπίνουν το ουζάκι τους και μιλούν για τον έρωτα που έζησαν μαζί της.

          Η ματιά σκαλώνει σε ένα ξύλο που ταξιδεύει στη γαλανή αγκάλη της. Δεν ανήκει πια στη γη. Είναι δικό της μέχρι να το βαρεθεί. Μέχρι να το κάνει να σαπίσει από την αλμυρή ανάσα της.

          Και κάπου εκεί ψιθυρίζεις το δικό σου ευχαριστώ για έναν έρωτα που γνώρισες.

          «Το ‘ευχαριστώ’ είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δυο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου, δεν χωράει πληρωμή», θυμάσαι τα λόγια του καπετάν Νικόλα.

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments