Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

από τη Χριστίνα Καπράλου.

Ένας βράχος ριζωμένος στην μέση της θάλασσας. Πέρασαν δίπλα του και τον ακούμπησαν δύτες και ψαράδες, γοργόνες ψάρια και χταπόδια.

Ξαπόστασαν επάνω του δεινοί κολυμβητές. Πέρασαν δίπλα του και δεν τον ακούμπησαν βάρκες, καΐκια και πειρατικά καράβια.

Τον χτύπησαν κύματα, τον χάιδεψαν μπουνάτσες. Τον  άγγιξαν οι ακτίνες του Ήλιου και το φώς του φεγγαριού.

Ένας βράχος στην μέση του πουθενά.

Η αρμύρα, του έτρωγε τα σωθικά και κανένας άνθρωπος δεν ονειρεύτηκε ποτέ να κτίσει εκεί το σπιτικό του.

Κάποιοι ριψοκίνδυνοι γλάροι μόνο έστηναν φωλιά και πριν προλάβουν να κάνουν αβγά το κύμα τα είχε πάρει.

Η Δανάη μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι του Τάσου του ψαρά κοίταζε μέρα νύχτα τον βράχο από το παράθυρό της.

Τα πρωινά παρακαλούσε τον πατέρα της να την πάρει μαζί στο ψάρεμα, έχοντας την κρυφή ελπίδα πως μια μέρα θα φτάσει τον βράχο – τον βράχο της όπως τον έλεγε.

Τα βράδια του μιλούσε πότε του έλεγε γλυκόλογα και τον παρακαλούσε και πότε τον μάλωνε.

  • Έλα! Έλα κοντά μου! Βράχε μου καλέ μου όνειρο  μου και προορισμέ μου. Έλα εσύ κοντά εμένα δεν με αφήνουν.
  • Βράχε δεν σε χωνεύω!!! Θα έρθω μια μέρα εκεί και αλλοίμονο σου! Θα στήσω εκεί το σπιτικό μου και δεν θα φύγω ποτέ!
  • Βράχε! Κάνεις ότι δεν με ακούς  το ξέρω! Μα να ξέρεις πως εγώ μια μέρα θα σε φτάσω και θα φυτέψω λουλούδια και δέντρα και θα σπείρω όλα τα καλούδια που χρειάζεται ένα σπιτικό.

Κούναγε απειλητικά το δάχτυλό της η Δανάη στον βράχο και η ομιλία της αποκτούσε νόημα, και η επιθυμία της ακουγόταν  σαν απειλή.

Ένα βράδυ του Αυγούστου που το φεγγάρι ήταν ίδιο με ασημένια μπάλα στο ψαροχώρι της Δανάης είχαν γιορτή μεγάλη.

Η μάνα της η Λενιώ της έλουσε τα μαλλιά την έντυσε με τα καλά της ρούχα και της σιγοτραγουδούσε

«Ξύπνα κι ο έρωτας περνά από την γειτονιά σου»

«Πήγαινε κόρη μου να βρεις τις φίλες σου στην πλατεία του χωριού μας. Πήγαινε να δουν  την ομορφιά σου» της ψιθύρισε η μάνα της στο αφτί γλυκά γλυκά.

Η Δανάη με βαριά καρδιά ξεκόλλησε την μουρίτσα της από το τζάμι και τα μάτια της από τον βράχο.

«Θα ξανάρθω» του είπε

«Να με περιμένεις»

Ο βράχος αιώνιος σιωπηλός φίλος και προορισμός. Αμετακίνητος και αμετάπειστος.

Λουσμένος με το φως του φεγγαριού φάνταζε πιο όμορφος από ποτέ.

Ο Κωστής γιος ψαρά και εκείνος συμμαθητής της  Δανάης στο σχολείο είχε χρόνια να την δει – από τότε που τελείωσαν το Δημοτικό και ο πατέρας του τον έστρωσε στην δουλειά.

ΤΟ αγκάλιασμα τους στην αρχή φιλικό- σχεδόν αδελφικό.

Είχαν κοινές μνήμες με τετράδια, μολύβια, γόμες και ξύστρες. Είχαν και έναν καυγά για ένα κουλούρι μισό που ο Κωστής της το πήρε βίαια από το χέρι σε ένα διάλειμμα γιατί πεινούσε.

  • Αχ εσύ! Του είπε η Δανάη
  • Μου έλειψες!
  • Αχ εσύ! Της είπε.
  • Πόσο ομόρφυνες!
  • Ο Κωστής έβγαλε από την τσέπη του μια κόκκινη γυαλιστερή κορδέλα και την έδωσε στην Δανάη. Πάρτην ! της είπε.
  • Πάρτην και στόλισε την με τα μαλλιά σου.

       Η κόκκινη γυαλιστερή κορδέλα απέκτησε λόγο ύπαρξης. Να στολιστεί με τα μαλλιά της Δανάης και όχι να τα στολίσει.

Η Δανάη είχε μια σκέψη μόνο στο μυαλό. Τον βράχο της!

Ονειρευόταν πως θα φτάσει μέχρι εκεί να φτιάξει το σπιτικό της.

Να φυτέψει λουλούδια να φτιάξει μπαξέ να πάρει μαζί της πουλιά να κελαηδούν.

  • Κωστή θα με πάρεις βόλτα με την βάρκα σου;

H Δανάη χωρίς δεύτερη σκέψη μίλησε, ρώτησε.

Στόχος της και προορισμός ο βράχος, μέσον για να φτάσει τον στόχο της ο Κωστής και η βάρκα του.

  • Όχι! Είπε ο Κωστής.

Και το όχι του είχε χρώμα, ήχο, μυρωδιά, γεύση και υφή.

Μια λεξούλα, τρία γράμματα που ζωντάνεψαν και τις πέντε αισθήσεις.

  • Φύγε! Του είπε η Δανάη και του πέταξε την κορδέλα κατάμουτρα.

Η Δανάη ξέσπασε σε λυγμούς.

Κλάμα πότε με θυμό και πότε με παράπονο.

Τα δάκρυα της Δανάης αστραφτερά διαμαντάκια λύγισαν τον Κωστή.

«Θαθελα να είμαι δάκρυ σου, ομορφιά μου! Της είπε μαγεμένος

  • Θα με πάρεις μαζί σου; Λέγε!

Ο Κωστής της έδωσε πίσω την κόκκινη γυαλιστερή κορδέλα και της είπε με θάρρος.

  • Όχι! Όχι γιατί δεν με αγαπάς!
  • Άλλον έχεις Δανάη στο μυαλό! Το Νοιώθω!

Η Δανάη ντροπιασμένη κατέβασε το κεφάλι της.

  • Θα με πάρεις μαζί; Λέγε!
  • Άλλον έχεις στο μυαλό και στην καρδιά ! το νοιώθω, ψιθύρισε θυμωμένος ο Κωστής .
  • Καλά σου έκανα τότε και σου έφαγα το μισό κουλούρι στο διάλειμμα στο σχολειό.
  • Πες μου το όνομα του Δανάη!
  • Πες μου ποιος είναι να πάω να αναμετρηθώ μαζί του.

Η Δανάη ξέσπασε πάλι σε κλάματα!

  • Δεν θέλω να κλαίς! Πες μου το όνομά του να πάω να τον βρω.
  • Ποιος είναι αυτός που σου πήρε το μυαλό Δανάη;
  • Δεν θέλω να κλαίς Δανάη!

Η Δανάη απαρηγόρητη τι πει τι να εξηγεί πώς να μοιραστεί το όνειρο της παιδικής της ηλικίας.

  • Δεν θέλω να κλαίς! Πάψε!
  • Πες μου ποιος είναι να κονταροχτυπηθώ μαζί του! Εγώ σε αγάπησα Δανάη θα τον νικήσω και θα σε κάνω γυναίκα μου.

Η Δανάη ανάμεσα σε δύο λυγμούς με φωνή αλλόκοτη μίλησε….

  • Πάρε με βόλτα με την βάρκα σου και θα στον τον δείξω.

Μέθυσε η Δανάη από την επιθυμία της να φτάσει στον βράχο. Δεν ήξερε ποιο ήταν το λάθος και ποιο το σωστό.

Θυσία! Δεν δίσταζε να θυσιάσει τον Κωστή για να αγγίξει τον βράχο της, τον στόχο της, το όνειρό της.

  • Δεν θέλω να κλαίς! Φώναζε ο Κωστής θυμωμένος.
  • Ναι πάμε να μου τον δείξεις. Θα αναμετρηθώ μαζί του! Η εκείνος η  εγώ!

Ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ της Δανάης, ο Κωστής έλυσε την βάρκα, άπλωσε το χέρι του και την τράβηξε με πόθο και πάθος κοντά του.

Η εκείνος η εγώ! Είπε αλλά εσύ Δεν θέλω να κλαίς! Τ’ ακούς;

H βάρκα ξεκίνησε το ταξίδι της λουσμένη στο φως του Αυγουστιάτικου φεγγαριού.

Θυσία! Η λευκή βαρκούλα – το θυσιαστήριο – η Δανάη θύτης – ο Κωστής θύμα.

Και εκεί στην μέση του πουθενά η Δανάη είδε να πλησιάζει το όνειρό της που ήταν στόχος της.

Είδε την αγριάδα του, είδε την σκληρότητά του, είδε την σκοτεινιά του και τότε τρόμαξε!

-Όχι δεν είναι δυνατόν! Είσαι άσχημος, είσαι εχθρικός, με ξεγέλασες. Με κορόιδευες τόσα χρόνια!

Έκανα λάθος όνειρα για σένα, για εμάς        !

ΤΟ μοιρολόι της Δανάης έσκιζε τον αέρα!

Τα δάκρυα της κυλούσαν στην θάλασσα και η θάλασσα θύμωνε, όλο θύμωνε! Δεν της αρέσουν της κυρά θάλασσας τα δάκρυα δεν μπορεί να αντέξει κι άλλο αλάτι πέρα από το δικό της.

  • Δείξτον μου! Ποιος είναι; Που είναι;

O Kωστης όρθιος στην λευκή βαρκούλα καπετάνιος και πειρατής μαζί για την καρδιά  της Δανάης.

Η Δανάη μέσα στου λυγμούς της κατάφερε να πει «όχι!δεν τον θέλω! Δεν τον αγαπώ! Τον Φοβάμαι!

  • ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΛΑΙΣ!
  • ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΥ ΚΛΑΙΣ!
  • ΜΗΝ ΜΟΥ ΚΛΑΙΣ ΟΜΟΡΦΙΑ ΜΟΥ !

Ήταν οι τελευταίες λέξεις του Κωστή λίγο πριν η λευκή βαρκούλα παρασυρθεί από ένα θυμωμένο κύμα πάνω στον βράχο.

Το άλλο πρωί οι ψαράδες που πέρασαν  από τον βράχο είδαν ένα ζευγάρι γλάρους να φτιάχνουν την φωλιά τους με κλαράκια, βότσαλα και μια κόκκινη γυαλιστερή κορδέλα.

Η Λευκή βαρκούλα θυσιαστήριο είχε φτάσει στον βυθό της θάλασσας παίρνοντας μαζί της τον Κωστή και την Δανάη.

Ο άνεμος κράτησε τις τελευταίες λέξεις του Κωστή και τις πήγε μακριά. Έτσι οι άνθρωποι έμαθαν πως ο βράχος στην μέση της θάλασσας είχε όνομα.

«ΔΕΝΘΕΛΩΝΑΜΟΥ ΚΛΑΙΣ»  έτσι τον έλεγαν τον βράχο

«ΔΕΝΘΕΛΩΝΑΜΟΥ ΚΛΑΙΣ» μια λέξη

Ο βράχος ΔΕΝΘΕΛΩΝΑΜΟΥΚΛΑΙΣ παρέμεινε αμετακίνητος, αμετάπειστος, σιωπηλός και μόνος.

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments