Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

«Μαμά σου μιλάω. Μ’ακούς; Γιατί πάγωσες και με κοιτάς σαν φάντασμα;»

Ο τόνος της φωνής της αντήχησε σαν βρισιά στα αυτιά της. Η Μανταλένα στεκόταν μπροστά της και σχεδόν είχε κολλήσει το πρόσωπό της πάνω στο δικό της.

«Καλά είμαι Μανταλένα. Μην ανησυχείς και δεν θα προσπαθήσω να προσελκύσω ξανά την προσοχή σας πάνω μου. Δεν έχω δικαίωμα εγώ να αρρωσταίνω βλέπεις. Αυτό παραμένει αποκλειστικό προνόμιο δικό σου και του πατέρα σου.»

«Μαμά μην κάνεις σαν μωρό παιδί. Το ξέρεις πως σε αγαπάω και νοιάζομαι για σένα αλλά δεν αντέχω άλλο τις κρίσεις σου που είναι πλέον σε καθημερινή βάση. Είσαι υπερευαίσθητη, εύθικτη, συνεχώς με κατεβασμένα μούτρα. Μιλάς απότομα και νευρικά, υψώνεις συνεχώς τον τόνο της φωνής σου και ό,τι και να σου λέμε, ειδικά ο μπαμπάς εκρήγνυσαι σαν ηφαίστειο. Είναι αδύνατο να αντέξουμε να ζούμε κάτω από αυτές τις συνθήκες μαμά. Ο μπαμπάς έχει προ πολλού ξεπεράσει τα όρια του. Έχει μεγάλη υπομονή μαζί σου. Απορώ δηλαδή που δεν έχει φύγει ακόμα από το σπίτι. Ιδιαίτερα από τότε που έφυγε ο Αλέξης από το σπίτι, η κατάσταση σου είναι πλέον εκτός ελέγχου. Εκείνος μόνο γνώριζε πως να σε συγκρατεί και ήταν τρομερά υπομονετικός μαζί σου. Μαμά, πιστεύω πως επιβάλλεται να δεις ένα ειδικό.»

«Υπαινίσσεσαι πως είμαι τρελή; Αυτό σε έβαλε ο πατέρας σου να μου πεις; Επειδή αποκλείεται να είναι μόνο δικά σου λόγια. Να του πεις λοιπόν πως δυστυχώς γι’αυτόν τα έχω τετρακόσια και το κυριότερο η μνήμη μου είναι πάρα πολύ καλή. Θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια τα πάντα και με ημερομηνίες. Τόσα χρόνια δεν μιλούσα κι έκανα υπομονή για εσένα και τον αδελφό σου, για να μεγαλώσετε μέσα σε μια ενωμένη οικογένεια και όχι στα συντρίμια της εξαιτίας του πατέρα σου που δεν άφηνε θηλυκιά γάτα να του ξεφύγει. Θα μας παρατούσε όλους για μια παστρικιά ξένη που τάχα ερωτεύτηκε. Σε καμπαρέ στην Κύπρο τη γνώρισε. Τον είχαν πάρει είδηση όλοι οι γνωστοί και οι φίλοι μας. Μας ντρόπιασε, μας εξευτέλισε. Ευτυχώς αυτή έφυγε βράδυ και δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς. Εσύ ήσουν πολύ μικρή τότε, μόλις είχες αρχίσει να μιλάς. Είναι πολύ εύκολο να κρίνεις κάποιον Μανταλένα όταν δεν ξέρεις τι έχει βιώσει και τι ακριβώς έχει προηγηθεί.»

«Σταμάτα να κατηγορείς τον μπαμπά με τόσο χυδαία λόγια και τόσο φτηνό τρόπο. Θα έπρεπε να ντρέπεσαι που μιλάς τόσο αισχρά για ένα πατέρα στην ίδια του την κόρη. Όσο άθλια και να ήταν η συμπεριφορά του μαμά, εσύ τώρα θεωρείς πως εξιλεώνεσαι όταν τον κατηγορείς; Νομίζεις πως η απαράδεχτη συμπεριφορά σου μπορεί να δικαιολογηθεί; Οχι λοιπόν.  Αποδεικνύεται περίτρανα πως είσαι πολύ πιο απαράδεχτη από αυτό που πίστευα. Κανείς δεν μπορεί να μας θυματοποιήσει μαμά, εμείς οι ίδιοι θυματοποιούμαστε από μόνοι μας. Μην επαιτείς την κατανόησή μου λοιπόν. Αηδία νιώθω μόνο και οίκτο. Κι όχι μόνο για σένα αλλά και για μένα που κάθομαι αυτή τη στιγμή και κάνω αυτή τη συζήτηση μαζί σου. Φεύγω. Έχω μάθημα στο πανεπιστήμιο. Σ’ευχαριστώ που με έκανες να αισθανθώ χάλια για ακόμα μια φορά μαμά.»

Άρπαξε την τσάντα της και γύρισε την πλάτη χωρίς καν να περιμένει την απάντηση της μητέρας της. Είχε την αίσθηση ότι η καρδιά της θα σταματούσε να χτυπά. Κάθε φορά που στενοχωριόταν, ένιωθε αυτό το κάψιμο στο στήθος να της κόβει την αναπνοή. Οι σχέσεις της με τη μητέρα της δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα καλές. Αντίθετα, έμοιαζαν με το τεντωμένο σχοινί πάνω στο οποίο προσπαθούσε να ισορροπήσει κάποιος ο οποίος δεν ήταν επαγγελματίας ακροβάτης.

Η μητέρα της παρέμεινε ακίνητη να κοιτάζει την πόρτα που έκλεισε με βρόντο. Δεν σκεφτόταν τίποτα. Το μυαλό της είχε καλύψει ένα λευκό πανί. Τα δάκρυα αρνούνταν πεισματικά να κυλήσουν ξανά από τα μάτια της, σαν να είχαν ακόμα κι εκείνα βαρεθεί να έχουν οποιαδήποτε σχέση μαζί της. Δεν είχε ιδέα τι ήθελε να κάνει και κυρίως τι είχε τη δυνατότητα να κάνει. Μια άγρια παρόρμηση την ωθούσε να πέσει στην αγκαλιά της μητέρας της όπως παλιά, να χώσει το κεφάλι της στο στέρνο της χωρίς να πει ούτε λέξη για ώρες και χωρίς η ίδια να τη ρωτήσει. Το πιο δυνατό φαρμακό της όμως δεν υπήρχε πια κοντά της. Ήταν παρούσα απούσα στη ζωή της. Η καταραμένη αρρώστια που την είχε καταβάλει ήταν πιο απειλητική ακόμα και από τον θάνατο.

Από το μυαλό της πέρασε η σκέψη να πάρει τον Αλέξη τηλέφωνο. Της έλειπε τόσο πολύ και η χιλιομετρική απόσταση μεταξύ τους ήταν απέραντη. Γιατί όλοι οι άνθρωποι που την καταλάβαιναν ήταν τόσο μακριά της και όσοι δεν την ήθελαν στη ζωή τους ήταν κοντά της; Σχήμα οξύμωρο ήταν η ζωή της. Ένιωθε σαν κάποιος να την είχε καταραστεί. Η γραμμή στην άλλη άκρη του ακουστικού χτυπούσε κοφτά και συνεχόμενα. Αντί για την πολυπόθητη φωνή του γιου της ακούστηκε η ψυχρή, αποστασιοποιημένη φωνή του τηλεφωνητή «Your call has been diverted. Please hold.”. Το έκλεισε θυμωμένη. Η πέμπτη φορά μέσα σε μια μέρα που ο γιος της δεν απαντούσε το τηλέφωνο. Πού να ήταν άραγε; Πόσες ώρες επιτέλους περνούσε στο πανεπιστήμιο κάθε μέρα και είχε το κινητό του κλειστό; Η ανησυχία άρχισε να την ζώνει σαν ερινύα. Ο Αλέξης την έπαιρνε τηλέφωνο τρεις φορές τη μέρα και τώρα είχαν να μιλήσουν πάνω από βδομάδα. Την ανησυχούσε και η συνομιλία που είχε με την πρώην κοπέλα του που της είχε πει πως είχε μέρες να τον δει στο πανεπιστήμιο. Ευχόταν βέβαια και παρακαλούσε να μην του έλεγε πως την είχε πάρει τηλέφωνο για να μάθει τι συμβαίνει επειδή ο γιος της θα θύμωνε πολύ. Απεχθανόταν να παρεμβαίνουν στη ζωή του. Από μικρός ήταν ανεξάρτητος και απόλυτα κρυψίνους και εσωστρεφής όσον αφορούσε στην προσωπική του ζωή. Αντιδρούσε με απρόβλεπτο τρόπο όταν τύχαινε να μάθει πως οι γονε΄΄ις του προσπαθούσαν να εκμαιεύσουν πληροφορίες με οποιονδήποτε τρόπο από τους φίλους του. Όμως μητέρα ήταν και ανησυχούσε πολύ. Ειδικά τώρα που ο γιος της ζούσε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Εκείνη δεν ήθελε ποτε ο γιος την να φύγει τόσο μακριά. Δεν είχε αντίρρηση να συνέχιζε τις σπουδές του σε κάποιο πανεπιστήμιο της Ευρώπης, όχι όμως να φύγει τόσο μακριά σε άλλη ήπειρο. Ειδικά τώρα που εκείνη τον είχε μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ.

Άρχισε να πληκτρολογεί ξανά τον αριθμό του τηλεφώνου του. Αυτή τη φορά χτυπούσε κανονικά, σημάδι πως ο γιος της θα απαντούσε. Η καρδιά της άρχισε να φτερουγίζει από χαρά και ανυπομονησία. Επιτέλους η χαρακτηριστική βαθιά φωνή του με το ελαφρύ βράχνιασμα ακούστηκε στην άλλη άκρη της γραμμής.

«Καλημέρα και σε σένα μαμά. Τι έγινε κι έφαγες τον κόσμο για να με βρεις; Κανένας φούρνος γκρεμίστηκε;»

«Αγόρι μου γιατί δεν απαντάς το τηλέφωνό σου. Σε παιρνω εδώ και μια βδομάδα. Πήγα να τρελαθώ από την ανησυχία μου. Είσαι καλά;»

«Μια χαρά είμαι μαμά. Έχω τρελαθεί στη δουλειά και στο διάβασμα. Η ζωή εδώ είναι πανάκριβη ξέρεις. Πρέπει να δουλέψω για να ζήσω. Δεν έχω λοιπόν τη δυνατότητα να μιλάω μαζί σου δέκα φορές τη μέρα ούτε και την πολυτέλεια να ανησυχώ αν εσύ τρελαίνεσαι από την αγωνία σου για μένα και σπας τα τηλέφωνα για να με βρεις. Μου είπε η Λίζα πως την πήρες τηλέφωνο και την ρωτούσες πότε και αν με έχει δει. Σε παρακαλώ μην το ξανακάνεις αυτό. Με εκθέτεις ανεπανόρθωτα και ξέρεις πολύ καλά πως αυτό με κάνει έξω φρενών.»

Η φωνή του ακουγόταν επιτακτική και αυστηρή. Γνώριζε πολύ καλά τον γιο της . Ήταν ένα ανοιχτόκαρδο παιδί με μεγάλη αίσθηση του χιούμορ και πολύ θετική ενεργεια. Η αντίδραση του σήμαινε πως ήταν πολύ θυμωμένος, για την ακρίβεια εξοργισμένος.

«Αλέξη μου, κατάλαβέ με. Βρίσκεσαι τόσο μακριά μας και δεν ξέρουμε αν σου έχει συμβεί κάτι. Δεν μπορούμε να σε δούμε, το μοναδικό είδος επικοινωνίας που έχουμε είναι αυτό το ψυχρό τηλέφωνο, το οποίο όταν εσύ δεν απαντάς δεν υπάρχει καμία άλλη δίοδος να επικοινωνήσουμε μαζί σου και περνάνε από το μυαλό μας χίλια δύο κακά. Τι ήθελες να κάνω;»

«Να άφηνες ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή ίσως και να σε έπαιρνα εγώ πίσω προτού αρχίσεις να κάνεις σενάρια υπέρτατης καταστροφής και συντέλειας του κόσμου αρχίζοντας να τηλεφωνείς δεξιά και αριστερά σαν παρανοική. Τι εικόνα νομίζεις ότι δίνεις για σένα στους άλλους; Θεωρείς ότι θα λυπηθούν την καημένη μάνα που ψάχνει το παιδί της ή θα γελάνε πίσω από την πλάτη σου που τηλεφωνείς σε άσχετα άτομα που δεν έχουν καμία σχέση πλέον με το γιο σου ρωτώντας τους αν τον έχουν δει;»

«Σου ζητώ συγγνώμη γιε μου αν το ενδιαφέρον μου για σένα σε εκθέτει αλλά είμαι μάνα και όταν κάνεις κι εσύ παιδιά θα καταλάβεις. Πήγα να τρελαθώ από την αγωνία μου. Νόμισα ότι σου συνέβη το χειρότερο. Σε παρακαλώ κατάλαβέ με. Δεν περνάω και την καλύτερη περίοδο της ζωής μου. Μην μου βάζεις κι εσύ άλλο μαχαίρι στην πληγή.»

Ένας λυγμός διέκοψε τα λόγια της. Η παύση της έκανε κρότο στην άλλη άκρη της γραμμής. Ο Αλέξης ανησύχησε σοβαρά. Γνώριζε ότι η μητέρα του ήταν υπερευαίσθητη αλλά ήταν η πρώτη φορά που ξεσπούσε σε κλάματα στο τηλέφωνο. Πάντοτε προσπαθούσε να κρύβει τις ψυχολογικές της διακυμάνσεις για να μην τον στεναχωρήσει. Ο ίδιος ήξερε πως οι σχέσεις της με τον πατέρα του βρίσκονταν σε πολύ κομβικό σημείο. Απορούσε μάλιστα πώς ήταν δυνατόν μια σχέση χωρίς κανένα σημείο ψυχικής επαφής υπήρχε ακόμα μετά από τόσα χρόνια. Ο γάμος των γονιών του ήταν ένα τρανό παράδειγμα αποφυγής για τη δημιουργία μακρόχρονης σχέσης. Εκείνος θεωρούσε το γάμο ένα ξεπερασμένο θεσμό, δημιούργημα ενός τυφώνα συντηρητισμού και στερεοτύπων μιας ηθικά χρεοκοπημένης κοινωνίας. Γι’αυτό η μεγαλύτερη διάρκεια των σχέσεων του δεν ξεπερνούσε τον ένα μήνα.

«Μαμά, τι συμβαίνει; Γιατί κλαις; Συνέβη κάτι με τον μπαμπά; Είστε όλοι καλά στο σπίτι; Μίλα μου σε παρακαλώ.»

«Όλοι είναι καλά εκτός από εμένα, μην ανησυχείς.», είπε εκείνη μέσα στους λυγμούς της.

«Τι έχεις; Σου έκανε κάτι ο μπαμπάς; Σου είπα τόσες φορές να μην του δίνεις σημασία αν πάνω στο θυμό του λέει μια κουβέντα παραπάνω. Δεν είναι κακός, ιδιόρρυθμος μόνο. Έχει κι αυτός το κουμπί του όπως όλοι μας.»

«Αυτός δεν έχει απλώς ένα κουμπί. Ένα ακαταλαβίστικο λογισμικό χωρίς οδηγίες χρήσης έχει. Δεν αντέχω πια. Η κατάσταση στο σπίτι έχει γίνει αφόρητη και το χειρότερο απ’όλα είναι πως η αδελφή σου είναι με το μέρος του. Προηγουμένως μάλιστα τα έβαλε μαζί μου και μου είπε να σταματήσω το μελόδραμα. Σε ποιόν; Στην ίδια της τη μάνα!»

«Μην την συνερίζεσαι. Η Μανταλένα είναι εύθραυστη κι ευάλωτη. Δεν αντέχει καθόλου τους καυγάδες και τις εντάσεις σας. Όταν ήταν μικρή και τσακωνόσασταν, την έβρισκα πάντα κουλουριασμένη στη γωνία του κρεβατιού με τα χέρια της στα αυτιά για να μην σας ακούει. Δεν μπορούσε να διαχειριστεί τα προβλήματα που είχατε με τον μπαμπά.»

«Ναι αλλά με τον μπαμπά σου είναι μια χαρά. Τον δικαιολογεί απόλυτα σε όλα και ρίχνει σε μένα όλες τις ευθύνες.»

«Θα σου πω κάτι αλλά μην θυμώσεις. Πάντα εσύ ξεκινούσες τους καυγάδες με τον μπαμπά. Εκείνος ως χαρακτήρας είναι πιο ήρεμος, πιο πράος. Ποτέ δεν προκαλεί μια διένεξη επειδή η ιδιοσυγκρασία του είναι τέτοια που τις απεχθάνεται. Εσύ αντιθέτως είσαι εκρηκτική, εύφλεκτη, δεν ανέχεσαι μύγα στο σπαθί σου και δεν αφήνεις τίποτα να περάσει απαρατήρητο. Δεν σε κρίνω αν έχεις δίκιο ή άδικο. Όταν δύο άνθρωποι έχουν διαφωνίες και τσακώνονται, ποτέ δεν φταίει μόνο ο ένας. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Το πρόβλημα με εσάς τους δύο είναι πως ποτέ δεν σας ενδιέφερε να μάθετε αυτή την αλήθεια».

«Τι είναι αυτά που λες παιδί μου; Υπονοείς πως εγώ τρελάθηκα ξαφνικά και τσακώνομαι με τον πατέρα σου επειδή δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω; Αυτός μου έδωσε την αιτία και την αφορμή εδώ και πολλά χρόνια με τις απιστίες του. Με εξαπάτησε με τον χειρότερο τρόπο, δεν με σεβάστηκε.»

«Μαμά αυτή την ιστορία την ακούω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Το ίδιο και η Μανταλένα. Θεωρείς ότι είναι σωστό να την αναμασάς μετά από τόσα χρόνια; Αυτό είναι κάτι που έγινε πολλά χρόνια πριν κι έκτοτε ο μπαμπάς εξ’όσων γνωρίζω δεν σου ξανάδωσε αφορμή για τίποτα. Αν εσύ δεν μπορούσες να το ξεπεράσεις, δεν θα έπρεπε να μείνεις μαζί του μετά από τόσα χρόνια. Δεν είναι υγιής αυτή η κατάσταση. Αντιθέτως, μας δηλητηριάζει όλους αργά και σταθερά. Είναι πλέον καιρός να αναλάβει ο καθένας σας τις ευθύνες του και να λάβετε αποφάσεις. Δεν είστε μικρά παιδιά αλλά ώριμοι ενήλικες με ενήλικα παιδιά. Ένας από τους λόγους

που έφυγα τόσο μακριά δεν σου κρύβω πως ήταν κι αυτός. Είχα πλέον κουραστεί να συμφιλιώνω δύο έφηβους που έβρισκαν από την πέτρα αφορμή για να τσακωθούν.»

Η φωνή της στην άλλη άκρη της γραμμής διακόπηκε ξανά από ένα λυγμό. Προσπάθησε να μιλήσει ξανά αλλά η φωνή της πνίγηκε μέσα σε ακατάληπτες φράσεις και μικρές άναρθρες κραυγές.

«Μαμά είσαι καλά; Σε παρακαλώ συγχώρεσέ με γι’αυτά που σου είπα προηγουμένως. Ξέρω πως είσαι πολύ ευαίσθητη και δεν αντέχεις μεγάλη συναισθηματική φόρτιση. Δεν έπρεπε να σου μιλήσω έτσι. Δεν έπρεπε να σου πω απολύτως τίποτα. Συγγνώμη. Πες μου πως είσαι καλά, σε παρακαλώ.»

«Πρέπει..πρέπει να κλείσω τώρα γιε μου. Δεν αισθάνομαι πολύ καλά. Θα μου περάσει, μην ανησυχείς. Είχες δίκιο σε όλα. Σας φορτώσαμε με τα προβλήματά μας ενώ οφείλαμε να σας προφυλάξουμε. Θα σε ξαναπάρω μετά παιδί μου. Φτάνει που είσαι καλά. Αυτό ήθελα να μάθω μόνο. Μόνο να είσαι καλά θέλω.»

Το τηλέφωνο γλίστρησε από τα χέρια της προτού προλάβει να ακούσει τη φωνή του Αλέξη να τη φωνάζει ανήσυχος. Δεν είχε καν τη δύναμη να το πάρει από το πάτωμα.

Ήταν πολύ κουρασμένη ψυχικά και σωματικά. Ένιωθε έτοιμη να καταρρεύσει. Η συζήτηση με το γιο της ήταν μια ακόμη πληγή στην ήδη ματωμένη της καρδιά. Πονάει πολύ όταν η πεποίθηση γίνεται ψευδαίσθηση κι εκείνη μόλις διαπίστωσε πως όλα όσα πίστευε πως αντιπροσώπευε η σχέση της με τον γιο της για εκείνον δεν είχαν κανένα κοινό παρονομαστή με τη δική της πεποίθηση. Πονάει πολύ η προδοσία κυρίως όταν προέρχεται από ένα άνθρωπο που λατρεύεις περισσότερο κι από την ίδια σου τη ζωή. Προδοσία. Μια λέξη κενή, απογυμνωμένη από κάθε συναίσθημα. Κενότητα, άδειασμα, ένας πάγος στη ψυχή. Ήταν μόνη της έπρεπε πλέον να το πάρει απόφαση. Εντελώς μόνη και περιθωριοποιημένη. Τα παιδιά της δεν την ήθελαν, η μητέρα της βρισκόταν ανήμπορη σ’ένα οίκο ευηγερίας και ο άντρας της ήταν ανύπαρκτος στη ζωή της.

Σε ποιά ζωή της; Ζωή λεγόταν αυτό που ζούσε; Η ζωή που δεν έζησε ή μάλλον η ζωή που δεν της επέτρεψαν να ζήσει. Το κεφάλι της ήταν έτοιμο να εκραγεί από την ένταση. Η σκηνή με τη Μανταλένα, ο τσακωμός με τον άντρα της που αδιαφορούσε για την ύπαρξη της και η συζήτηση με τον Αλέξη στριφογύριζαν μέσα στο μυαλό της ταυτόχρονα.

Πήρε ένα ηρεμιστικό από το ντουλάπι με τα φάρμακα και πήγε να ξαπλώσει. Σε λίγο ο Μορφέας θα έκανε την εμφάνιση του και θα της πρόσφερε ένα ύπνο βαθύ, ληθαργικό χωρίς όνειρα και κυρίως χωρίς εφιάλτες.

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments