Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

@Άννα Μουσογιάννη

«Όπου κοιτάς θα πας» «Όπου κοιτάς θα πας» επαναλάμβανε ρυθμικά μασουλώντας το τελευταίο κομμάτι από τη γκοφρέτα που είχε πριν λίγο αγοράσει από ένα περίπτερο πιο κάτω. Της άρεσε να κατεβαίνει όποτε είχε χρόνο στην παραλία και να χαζεύει τη θάλασσα. Ήταν η δική της στιγμή. «Όπου κοιτάς θα πας» επανέλαβε γι ακόμα μια φορά με μια πίκρα στο στόμα. «Τρίχες» φώναξε και ένας κύριος την κοίταξε αποδοκιμαστικά. Ντροπιασμένη που άφησε τις σκέψεις της να γίνουν φωνή χαμήλωσε το βλέμμα στη θάλασσα, στην παραλία, μέσα της. Αλήθεια γιατί να την ένοιαζε η άποψη ενός ξένου; Ο καθένας μπορεί να πιστεύει άλλωστε αυτό που θέλει. Από εμάς εξαρτάται πού δίνουμε σημασία και κατά πόσο αφήνουμε να μας επηρεάσουν.   Και τότε η σκέψη της πήγε στην κυρία που την εξυπηρέτησε πριν από λίγο στο περίπτερο. Χαμογελαστή, λαμπερή. Με τη μουσική στη διαπασών απολάμβανε αυτό που έκανε και φαινόταν. «Έλα αγάπη μου, έχω δουλειά τώρα δεν μπορώ να σου μιλήσω» έλεγε στο τηλέφωνο και τα μάτια της έλαμπαν.  Συνειρμικά της ήλθε στο μυαλό ένα ζευγάρι που είχε ανοίξει ένα φούρνο παρακάτω από το σπίτι της. Πήγαινε κάθε πρωί και έπαιρνε το κουλούρι της «Καλώς την κούκλα» της έλεγε ο άνδρας και πριν μιλήσει της είχε δώσει το κουλούρι της. Τους είχε παρατηρήσει πολλές φορές που πήγαινε εκεί. Δούλευαν μαζί και χώρια ταυτόχρονα. Ο ένας στα πόδια του άλλου αλλά με χορευτικές φιγούρες κανείς δεν έπεφτε πάνω στον άλλο. Κάθε πρωί ήταν εκεί. Τη γέμιζε ενέργεια όλη αυτή η αύρα στο μαγαζί αυτό. Είναι πολλά πράγματα που δεν τα βλέπουμε αλλά τα νιώθουμε εξάλλου «Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά, την ουσία τα μάτια δεν την βλέπουν» όπως είχε πει και ο μικρός πρίγκιπας στο βιβλίο του Αντουαν ντε Σαιν Εξυπερύ! Και κάθε πρωί την υποδέχονταν με το ίδιο χαμόγελο, την ίδια θέρμη και ας έπαιρνε μόνο ένα  κουλούρι. Και εκείνες οι κλεφτές ματιές που έριχναν μεταξύ τους ενώ δούλευαν έκλειναν μέσα τους όλη την τρυφερότητα του κόσμου.

Άρχισε να κρυώνει. Η ώρα είχε περάσει. Λύγισε τα πόδια της και τα έφερε κοντά στο σώμα της και έπειτα τα αγκάλιασε σφιχτά. Δεν ήθελε να φύγει ακόμα και ας άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ήταν οι φωνές της ψυχής της που βρήκαν σημείο διαφυγής τα μάτια της. Ψάχνοντας την ουσία έχανε τη στιγμή, κοιτάζοντας το δέντρο έχανε το δάσος. Η Ιθάκη της ήταν ακόμα μακριά αλλά ένιωθε ότι έχανε και το ταξίδι. Τη μαγεία και τα μαθήματα. Λίγο πιο  κάτω από το σπίτι της έμενε η Αμέλια. Ήταν παντρεμένη με το Σίμο από παιδιά. Δύσκολη η ζωή. Άργησαν να παντρευτούν μέχρι ο Σίμος να τακτοποιηθεί. Εκείνη διάλεξε να μείνει και να φροντίζει το σπίτι και έπειτα τα παιδιά τους. Ήταν ευτυχισμένη η Αμέλια. Παρόλες τις δυσκολίες ήταν ενωμένοι σαν γροθιά. Λάτρευαν τα βράδια, μόλις τα παιδιά κοιμόταν να αγκαλιάζονται, να κουβεντιάζουν και να ονειρεύονται. «Το όνειρο μου είσαι εσύ κούκλα μου και τα παιδιά μας όλα τα άλλα είναι περιττά». Τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί στη δύναμη που εκπέμπει το ένα που προέρχεται από την ένωση δύο ψυχών.

Η ώρα είχε περάσει. Έπρεπε να φύγει. Σηκώθηκε βαριεστημένα και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Ήταν τόσο αφηρημένη που παραλίγο να πέσει πάνω σε ένα ζευγάρι που είχαν βρει καταφύγιο στη νύχτα για να ζήσουν στιγμές από τον έρωτα τους. Πήγε να τους ζητήσει συγγνώμη αλλά εκείνοι ούτε καν την είχαν δει. Χαχάνιζαν σαν παιδιά και πείραζε ο ένας τον άλλο. Χαμογέλασε. Σε λίγη ώρα έφτασε στο σπίτι της. Εκκωφαντικός ο θόρυβος της πόρτας που κλείνει σε ένα άδειο σπίτι. Αλλά  η μοναξιά είναι χειρότερη όταν είναι δύο. Ξάπλωσε στον καναπέ χωρίς να έχει όρεξη. Δεν πεινούσε εξάλλου. Έκλεισε τα μάτια της και τότε άκουσε την Ασπασία που μένει στον πάνω όροφο να μιλάει στο τηλέφωνο σε μια φίλη της. Άθελα της την άκουγε. Χλεύαζε σε μια φίλη της την ανικανότητα των ανδρών, κορόιδευε ως γλυκανάλατα τα ερωτευμένα ζευγάρια αφού κατά την άποψη της, αλήθεια δεν υπάρχει. Έπειτα θα έκλεινε το τηλέφωνο της και θα γέμιζε το facebook με αμφίσημα μηνύματα. Από τη μια να χλευάζει τον ρομαντισμό και τον έρωτα και από την άλλη να αναρωτιέται μα  πού πήγαν οι άνδρες που διεκδικούν; Και πολύ σωστά το έβλεπε, διότι οι άνδρες πήγαιναν στα θηλυκά που του έδιναν χώρο. Το γιν και γιανγκ της ζωής, το θηλυκό και το αρσενικό. Πώς περίμενε λοιπόν η Ασπασία με το να προβάλλει συνεχώς την αρσενική πλευρά της να βρει το αρσενικό που ήθελε;

Έχετε δει τι συμβαίνει όταν βρίσκονται σε ένα χώρο δύο αρσενικά σκυλιά; Γαβγίζουν το ένα στο άλλο για να επικρατήσει το πιο δυνατό. Τη φύσιν φυγείν αδύνατον. Έβαλε τα ακουστικά της. Κουράστηκε να ακούει την Ασπασία να κατηγορεί όλα τα αρσενικά του κόσμου για την ανικανότητα τους. Καμμένο χαρτί όσο δεν παραδεχόταν και αποδεχόταν. Η κακή σχέση με τον πατέρα της έριχνε την Ασπασία και κάθε ασπασία σε μια μάχη χωρίς τελειωμό. Το ασυνείδητο όσο δε γίνεται συνειδητό είναι ανίκητο. Κάθε άνδρας στο δρόμο της Ασπασίας θα πλήρωνε ό,τι δεν μπόρεσε να πάρει από τον πατέρα της. Το ίδιο είχε πάθει και ο Δημήτρης που έμενα στο ισόγειο. Πριν καιρό είχε βγει από έναν αποτυχημένο γάμο. Είχε πληγωθεί τόσο που στο ασυνείδητο του χαράχτηκε με αίμα η ατάκα «ποτέ ξανά καμία». Και έτσι οι πόρτες της καρδιάς του σφάλισαν. Και κάθε γυναίκα που βρισκόταν στο δρόμο του θα πλήρωνε γιατί «ποτέ ξανά καμία».

Στο ρετιρέ της πολυκατοικίας τους είχε νοικιάσει, πριν καιρό, το διαμέρισμα ένα ζευγάρι οικονομικά ευκατάστατο. Φαινομενικά όλα τα είχε. Λεφτά, ομορφιά, σπίτι. Επιφάνεια που από στιγμή σε στιγμή μπορούσε να ανατραπεί. Όλοι τους ζήλευαν και τους καμάρωναν μέχρι που η πόρτα του σπιτιού έκλεινε. Ο Τάσος γύριζε επιδεικτικά την πλάτη στην Μαρία. Εκείνη τον τελευταίο καιρό  υπέφερε από αϋπνίες. Κουλουριαζόταν από το κρύο της ψυχής της σε ένα κρεβάτι που φαινομενικά ήταν γεμάτο.

Την κούρασαν οι σκέψεις της. Η ίδια φωνή συνέχιζε να την ταλανίζει « Όπου κοιτάς θα πας»!

Η ομορφιά βρίσκεται μέσα μας και γύρω μας σε κάθε έκφανση της ζωής. Η ζωή μας όλη είναι ένας αδυσώπητος αγώνας να αποδείξουμε ότι αυτό που ασυνείδητα πιστεύουμε είναι σωστό. Ποιος όμως μπορεί να μας πει τι είναι σωστό ή λάθος; Όλοι από την δική τους οπτική δίκιο έχουν εξάλλου.

Άρχισε να χασμουριέται. Κουραστική μέρα σημερινή. Είχε χαλαρώσει από τη βόλτα στη θάλασσα. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια της μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της « όπου κοιτάς θα πας» και τούτη τη φορά χαμογέλασε…

I’ve been reading books of old
The legend
s and the myths
Achilles and his gold
Hercules and his gifts
Spiderman’s control
And Batman with his fists
And clearly I don’t see myself upon that listBut she said, where’d you wanna go?
How much you wanna risk?
I’m not looking for somebody
With some superhuman gifts
Some superhero
Some fairytale bliss
Just something I can turn to
Somebody I can kissI want something just like this
Doo-doo-doo, doo-doo-doo
Doo-doo-doo, doo-doo-doo
Doo-doo-doo, doo-doo-doo
Oh, I want something just like this


Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments