Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

@από την Άννα Μουσογιάννη

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα δάσος μαγικό, που ανθρώπινο μάτι δεν είχε ποτέ δει. Εκεί που οι νεράιδες έτρεχαν ελεύθερες και έπαιζαν με τον άνεμο. Εκεί που τα ξωτικά σκάρωναν συνέχεια σκανταλιές. Εκεί που όλων των ειδών τα ζώα ζούσαν ειρηνικά μεταξύ τους. Εκεί που βασίλευε η αγάπη. Εκεί σε μια λίμνη ζούσε μια ομάδα κροκόδειλων, αποκομμένοι από το υπόλοιπο δάσος για να μην τρομάζουν τα άλλα πλάσματα του μαγικού βασιλείου. Όποτε ήθελαν τροφή κατέβαιναν στον κόσμο των ανθρώπων και χορτάτοι επέστρεφαν πίσω στο δικό τους μαγικό βασίλειο μέχρι την επόμενη φορά.

Είχαν κάνει συμφωνία με τις νεράιδες του δάσους, προκειμένου να τους δεχτούν στο δικό τους μαγικό κόσμο, ότι δε θα ενοχλούσαν ποτέ κανένα πλάσμα που ζούσε εκεί και εκείνοι το είχαν δεχτεί. Ανάμεσα τους κυριαρχούσε η κακία και η αλαζονεία. Τους άρεσε να επιδεικνύουν τα δόντια τους μεταξύ τους για να δείξουν ποιος είναι πιο δυνατός. Οι νεράιδες τους είχαν δεχτεί διότι πίστευαν ότι θα ήταν η ισορροπία του βασιλείου. Το καλό και το κακό. Γιν- γιανγκ. Όταν βασιλεύει μόνο η μια πλευρά τότε ο κόσμος κινδυνεύει να αναποδογυρίσει. Μόνο η συνύπαρξη του θετικού και του αρνητικού μπορούν να αποφέρουν τέλεια αρμονία.

Ανάμεσα τους ζούσε και ο Ντάνυ. Ένα μικρός κροκόδειλος γεμάτος καλοσύνη. Ήταν η ντροπή των γονιών του. Στον κόσμο τους όλοι έπρεπε να είναι κακοί, μοχθηροί, δυνατοί και να σκορπίζουν φόβο. Τους κοιτούσε και ένιωθε πως δεν είχε καμία θέση ανάμεσα τους. Πού όμως να πάει με αυτή την ειδεχθή εμφάνιση! Όποτε προσπαθούσε να κάνει φίλο κάποιο από τα πλάσματα του δάσους εκείνο έτρεχε να κρυφτεί έντρομο. Και η ευαίσθητη καρδούλα του μικρού κροκόδειλου δεν το άντεχε. Και τότε το παράπονο γινόταν δάκρυα και έτρεχε να κρυφτεί να μην τον δουν οι υπόλοιποι κροκόδειλοι και αρχίζουν να τον κοροϊδεύουν πάλι.

Σε ένα κόσμο που φαινομενικά δυνατός είναι ο σκληροτράχηλος, στην ουσία δυνατός είναι αυτός που τολμάει να δείξει την ευαισθησία του. Η δύναμη όμως μέσα στην αδυναμία κρύβεται αρκεί να κάνει κάποιος αποδόμηση και να δώσει μια κλωτσιά στα δύο ακριανά “α”…

Ένα βράδυ με ολόγιομο φεγγάρι και ενώ οι υπόλοιποι κροκόδειλοι κοιμότανε εκείνος το έσκασε για την καθιερωμένη του βόλτα. Ένιωθε ελεύθερος αργά το βράδυ τότε που όλα τα πλάσματα του δάσους κοιμότανε. Και τότε άκουσε ένα μελωδικό τραγούδι στη λίμνη πίσω από κάτι δέντρα. Με απαλές κινήσεις πλησίασε, κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους και τότε την είδε….

Ήταν τόσο όμορφη που η καρδιά του μικρού κροκόδειλου σκίρτησε. Δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά έτσι. Ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε δει. Ένας μύθος λέει ότι οι όμορφες ψυχές μεταμορφώνονται σε νεράιδες τα βράδια και πετάνε στο μαγικό δάσος μέχρι το επόμενο πρωί.

Ο Ντάνυ κράτησε την αναπνοή του για να μην τον ακούσει και τρομάξει. Από εκείνο το βράδυ και κάθε βράδυ πήγαινε στη λίμνη και την κοιτούσε πίσω από τους θάμνους. Η μελωδική φωνή της και η ομορφιά της τον υπνώτιζαν. Αυτό κράτησε για πολύ καιρό. Ένα μυστικό ραντεβού ανάμεσα στον μικρό κροκόδειλο και την μικρή νεράιδα. Ο ίδιος δεν ήξερε, δεν είχε καταλάβει ότι αυτό το υπέροχο πλάσμα που έβλεπε ήταν η προσωποποίηση της ψυχής του. Αντανάκλαση στο σκοτάδι. Το φως που σκίζει στα δύο το σκοτάδι.

Ώσπου ένα βράδυ το αποφάσισε, θα της φανερωνόταν.Θα ρίσκαρε. Ήθελε τόσο πολύ να την πλησιάσει και να τη γνωρίσει από κοντά. Αποφασιστικά έφτασε στη μικρή λίμνη. Η μικρή νεράιδα ήταν εκεί όπως κάθε βράδυ. Διστακτικά παραμέρισε τους θάμνους και της μίλησε: ” Καλησπέρα”, της είπε με τη γλυκιά παιδική φωνούλα του. Εκείνη γύρισε παραξενεμένη. Νόμιζε ότι ήταν μόνη της. Αυτό που έβλεπε ήταν μια σκιά καθώς το σκοτάδι την εμπόδιζε να δει καθαρά. “Καλησπέρα” του απάντησε, “Δε σε βλέπω όμως, θα έρθεις πιο κοντά, στο φως να σε δω;“. Ο Ντάνυ έκανε δυο διστακτικά βήματα μπροστά, τόσο όσο για φωτιστεί το πρόσωπο του και να τον δει. Και πριν προλάβει να της μιλήσει εκείνη μόλις τον είδε άρχισε να φωνάζει τρομαγμένη, άνοιξε τα φτερά της και πέταξε. Απογοητευμένος ο μικρός κροκόδειλος γύρισε στη φωλιά του. Δεν την ξαναείδε από τότε. Κάθε βράδυ πήγαινε στη λίμνη και έκλαιγε ώσπου μια νύχτα ο άνεμος τον λυπήθηκε και φώναξε το ξωτικά του δάσους σε συνέλευση. Εκείνα τότε αποφάσισαν να τον μεταμορφώσουν σε σύννεφο για να μπορέσει έτσι να φύγει από τους άλλου κροκόδειλους και ελεύθερος πλέον να ψάξει να βρει τη νεράιδα του.

Όταν έχει σύννεφα, κοιτάξτε ψηλά, κάπου εκεί ίσως να δείτε και τον μικρό κροκόδειλο που ψάχνει την αγαπημένη του…

Φτιάχνουν απόψε με κουρέλια και σανίδια
έναν συνοικισμό αυτόνομο
Αυτοί που ψάχνουν για διαμάντια στα σκουπίδια
και στον υπόνομο

Κι εσυ που ψάχνεις το κουκί και το ρεβίθι
στο τέλμα αυτό που βυθιζόμαστε
Φτιάξε μαζί τους το δικό σου παραμύθι
γιατί χανόμαστε

Μες το δικό σου παραμύθι ξαναβρές το
το ξεχασμένο μονοπάτι σου
Και ξαναχάσ’το, ξαναβρές τo, ξαναπές το
το τραγουδάκι σου

Ξελεύθερώνω την ωραία πεταλούδα
από τη σφραγισμένη γυάλα της
Να σου δανείσει τα φτερά της τα βελούδα
και τα μεγάλα της

Κι αντί να ψάχνεις τριαντάφυλλα στα στήθη
αυτών που χάμω τα πετάξανε
Φτιάξε καρδιά μου
το δικό σου παραμύθι
αλλιώς τη βάψαμε

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments