Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Η καρδιά του χτυπούσε ακανόνιστα και οι ρυθμοί της ανέβαιναν με ιλιγγιώδη ρυθμό καθώς ανέβαινε και το ανσανσέρ. Ένας κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε και η αναπνοή του κοβόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Νόμιζε πως όταν την έβλεπε μπροστά του, η καρδιά του θα σταματούσε.

Την είδε να στέκεται στην εξώπορτα και να τον κοιτάει βλοσυρή και με τα χείλη σφιγμένα.

«Δεν το βάζεις με τίποτα κάτω τελικά εσύ, έτσι; Σου είχα πει ξεκάθαρα πως δεν θέλω να σε ξαναδώ στη ζωή μου. Τι ακριβώς δεν έχεις καταλάβει και μ’ενοχλείς στο σπίτι μου;»

Το βλέμμα της έμοιαζε με πύρινη λαίλαπα έτοιμη να τον τυλίξει με τις φλόγες της και να τον αφανίσει. Η αποφασιστικότητα που ένιωθε πριν, άρχισε να τον εγκαταλείπει. Όμως είχε έρθει με ένα σκοπό και όφειλε να τον ολοκληρώσει.

«Νταιάνα, σε παρακαλώ μην εξάπτεσαι. Καταρχάς μπορώ να περάσω; Δεν νομίζω πως είναι σωστό να μιλάμε στο διάδρομο και να μας ακούνε οι ένοικοι των υπόλοιπων διαμερισμάτων.»

«Αυτό όφειλες να το σκεφτείς πολύ προτού αποφασίσεις να κάνεις τη βλακεία να έρθεις στο σπίτι μου και να με ενοχλήσεις. Με εξέθεσες ακόμα μπροστά στον κύριο Τόμας, τον θυρωρό στον οποίο ουδέποτε έδωσα αφορμή για σχόλια όσα χρόνια ζω εδώ. Κι έρχεσαι τώρα εσύ και του λες πως είσαι ο πατέρας μου για τον οποίο ποτέ δεν έχω μιλήσει ή έστω καν αναφέρει και δίνεις αφορμή για σχόλια ποικίλων ειδών.»

«Από πότε σε ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων; Εσύ ήσουν πάντα υπεράνω και απόλυτη. Ποτέ δεν σε αφορούσε τι πίστευαν οι άλλοι για σένα παρά μόνο τι γνώμη είχες εσύ γι’αυτούς.»

«Αυτό είναι τώρα το θέμα μας; Ήρθες εδώ για να μου κάνεις κήρυγμα και να μου υποδείξεις τι θα με αφορά και τι όχι; Κάνε μεταβολή αμέσως και φύγε. Εμείς οι δύο τελειώσαμε εδώ και πολλά χρόνια. Δεν έχουμε πλέον κανένα κοινό σημείο επαφής.»

«Νταιάνα, πρέπει να σου μιλήσω. Οφείλεις να μάθεις ορισμένες αλήθειες οι οποίες θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη ζωή σου και θα την αλλάξουν εντελώς. Δεν μπορώ να κρατάω άλλα μυστικά πλέον. Είναι ασήκωτο το βάρος. Σε παρακαλώ άσε με να περάσω.»

Παραμέρισε και τον άφησε να περάσει. Στο βλέμμα της διέκρινε την έκπληξη και την απορία. Τον κοιτούσε με ένα τεράστιο ερωτηματικό και μια ευδιάκριτη ταραχή. Του έδειξε μηχανικά μια δερμάτινη καφέ πολυθρόνα για να καθήσει.

«Σε ακούω», του είπε με φωνή που μόλις ακουγόταν.

“Θέλω να με ακούσεις προσεκτικά χωρίς να με διακόψεις αν είναι δυνατόν. Στη συνέχεια όταν τελειώσω μπορείς να με διώξεις αν το επιθυμείς. Η μαμά σου ήταν ένα σπάνιο και χαρισματικό πλάσμα, δυστυχώς όμως ήταν βαθιά τραυματισμένη ψυχικά. Η λογοτεχνία ήταν το καταφύγιο της, η μοναδική απελευθέρωση και ψυχοθεραπεία της. Η μαμά σου, Νταιάνα από παιδί ζούσε μια επίγεια κόλαση. Όταν ήταν έξι ετών βιάστηκε κατ’εξακολούθησιν από τον πατριό της. Έζησε εφιαλτικές στιγμές στα χέρια του. Την χτυπούσε με τη ζώνη του για να την τρομοκρατήσει και να μην μιλήσει, εξαγόραζε τη σιωπή της με απειλές κατά της ζωής της γιαγιάς σου, η οποία ποτέ δεν αντιλήφθηκε τι συνέβαινε στο ίδιο της το σπίτι. Βλέπεις, ο σύζυγος της καμουφλαρόταν εξαιρετικά καλά. Ήταν ένας φαινομενικά άψογος σύζυγος και οικογενειάρχης, ένας σπουδαίος επιχειρηματίας κι επιφανής πολίτης. Είχε πολύ υψηλές διασυνδέσεις με το Δημοκρατικό Κόμμα και πολιτικά ενεργός. Δυστυχώς το απεχθές έργο του δεν σταματούσε στην σεξουαλική και σωματική κακοποίηση της μητέρας σου. Ο άνθρωπος αυτός ήταν άμεσα εμπλεκόμενος με κάποιες σκοτεινά κυκλώματα της υψηλής κοινωνίας από την εποχή που σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο, στις οποίες ο όρκος σιωπής έχει το πιο σημαντικό κόστος. Τα κυκλώματα αυτά ήταν αναμεμιγμένα με σατανιστικές τελετές, όργια και αρκετές άλλες αηδιαστικές πρακτικές που δεν μπορώ καν να κατονομάσω. Μια από αυτές ήταν η ασέλγεια και τα όργια με μικρά και άγουρα παιδιά επειδή πίστευαν πως με τον τρόπο αυτό θα εξασφάλιζαν αιώνια παντοδυναμία και ισχύ. Ένα μάτσο αρρωστημένα και ψυχοπαθή ανθρωπάρια που διέπρατταν εγκλήματα χωρίς καμία απολύτως συνέπεια. Αυτό το τέρας προμήθευσε στο κύκλωμα τη μητέρα σου όταν εκείνη ήταν οχτώ μόλις ετών. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Δεν τις αντέχω και δεν θέλω καν να σε υποβάλω στη διαδικασία αυτή. Για πολλά χρόνια την χρησιμοποιούσαν ως ένα ευτελές αντικείμενο για ικανοποίηση των αρρωστημένων ορέξεων τους ενώ την ίδια στιγμή το κάθαρμα ο πατριός της απολάμβανε τα κέρδη από την σιχαμερή συναλλαγή του. Ανέλαβε πολιτικό αξίωμα στην κοινότητα και έχαιρε κάθε εκτίμησης και σεβασμού από τους κατοίκους. Οι επιχειρήσεις του επίσης επεκτάθηκαν σε άλλες τρεις Πολιτείες. Η μητέρα σου όμως ήταν μια ζωντανή νεκρή. Ένα δοχείο απόθεσης όλων των ανωμαλιών του κάθε σακατεμένου μυαλού…»

Το πρόσωπο της Νταιάνα είχε μια αλλόκοτη χλωμάδα. Τα μάτια της απέμειναν να τον κοιτούν με φρίκη και τα χείλη της σχημάτισαν μια μισάνοιχτη οπή. Παρέμεινε εντελώς ακίνητη στο ίδιο σημείο χωρίς να του πει ούτε κουβέντα. Ο Τομ ανησύχησε πολύ. Φοβήθηκε πως η κόρη του έπαθε κάποιο εγκεφαλικό ή μια μικρή συμφόρηση.

«Νταιάνα είσαι καλά; Μίλα μου παιδί μου. Θέε μου, εγώ φταίω, δεν έπρεπε να σου πω τίποτα. Δεν ήσουν σε θέση να ακούσεις αυτά τα πράγματα και εγώ ο ηλίθιος ήρθα εδώ για να στα πω. Μα τι πίστευα ο βλάκας;»

«Συνέχισε. Μην σταματάς. Θέλω να τα μάθω όλα», του απάντησε κοφτά.

«Το μαρτύριο της συνεχίστηκε μέχρι τα δεκατέσσερα της χρόνια. Είχε πλέον μεγαλώσει αρκετά, οι καμπύλες της είχαν πλέον διαγραφεί και έδειχναν μια ολοκληρωμένη γυναίκα. Ο σωματότυπος της και η πρόωρη ανάπτυξη της δεν ικανοποιούσε πλέον τις αηδιαστικές τους ορέξεις. Ήταν ένα πολύ κλειστό παιδί χωρίς παρέες και εσωστρεφές. Είχε αφοσιωθεί πλήρως στα μαθήματα της και στο διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων που ήταν το πάθος της. Ο στόχος της ήταν να κερδίσει μια υποτροφία και να φύγει από το κολαστήριο της το συντομότερο δυνατόν. Το τέρας δεν την ενόχλησε ποτέ ξανά. Απεναντίας, κατέθεσε ένα αξιοσέβαστο ποσό στον λογαριασμό της για τις μετέπειτα σπουδές της. Η μητέρα σου δεν άγγιξε ποτέ αυτά τα χρήματα/ Έφυγε από το σπίτι αμέσως μόλις έκλεισε τα δεαοχτώ της χρόνια. Την δέχτηκε με υποτροφία το πανεπιστήμιο Κολούμπια στη Νέα Υόρκη στο Τμήμα Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Ο πατριός της παρά τις ενστάσεις της πλήρωσε προκαταβολικά τα ενοίκια του πρώτου έτους. Εκείνη δεν δεχόταν αλλά επενέβη η μητέρα της και από φόβο μην τυχόν και υποψιαστεί ο,τιδήποτε τελικά το αποδέχτηκε με πολύ βαριά καρδιά.»

«Πώς είναι δυνατόν η γιαγιά να μην αντιλήφθηκε τι συνέβαινε στο ίδιο της το σπίτι τόσα χρόνια; Είναι ποτέ δυνατόν; Θα τρελαθώ. Δεν το χωράει το μυαλό μου.»

«Η γιαγιά σου δεν έμαθε ποτέ τίποτα επειδή όπως ίσως γνωρίζεις ότι συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης, επικρατεί ο νόμος της σιωπής. Τα θύματα εξαναγκάζονται από τους δράστες υπό την απειλή του τρόμου να αποσιωπούν τον γολγοθά τους. Έτσι ακριβώς συνέβη με τη μητέρα σου. Ο πατριός της δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος. Γνώριζε πολύ καλά πως να φυλάει τα νώτα του. Ήταν ιδιαίτερα προστατευτικός μαζί της και επιδείκνυε τεράστια αγάπη και αφοσίωση τόσο στη μητέρα σου, όσο και στη γιαγιά σου, η οποία λόγω της κοινωνικής της θέσης έλειπε συχνά από το σπίτι καθώς ασχολούνταν ενεργά με τις φιλανθρωπικές οργανώσεις της κοινότητας και την φιλόπτωχο. Την απουσία της εκμεταλλευόταν το τέρας ο σύζυγός της προκειμένου να ικανοποιήσεις τις ανώμαλες ορέξεις του. Στην αρχή προσπαθούσε να την δελεάσει με παιχνίδια και γλυκά για να αποκτήσει την εμπιστοσύνη της, κάνοντας την αρρώστια του να φανεί ως ένα αθώο παιχνιδάκι μεταξύ ενός ενήλικα που θέλει να διασκεδάσει ένα παιδί. Λίαν συντόμως το αθώο παιχνιδάκι μετατράπηκε σε μια επίγεια κόλαση χωρίς αρχή και τέλος. Δυστυχώς το τραύμα στην ψυχή της Ρουθ έμεινε ανεξίτηλο μέχρι το τέλος. Με εμπιστεύτηκε από την αρχή της γνωριμίας μας και μου εκμυστηρεύτηκε πως κουβαλούσε στις πλάτες της ένα τεράστιο μυστικό που της είχε ξεριζώσει την καρδιά. Δεν ζήτησα ποτέ να μου πει περισσότερα. Απλώς ήμουν πάντα εκεί για εκείνη. Μια μέρα όμως μου το αποκάλυψε μόνη της. Δεν άντεχε άλλο το βάρος που ταλάνιζε τη ψυχή της. Είχα μείνει άναυδος, πραγματική στήλη άλατος. Δεν το χωρούσε το μυαλό μου. Το μόνο πράγμα που ήθελα να κάνω την ίδια εκείνη στιγμή ήταν να τον βρω και να τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Εκείνη με εκλιπαρούσε κλαίγοντας σπαρακτικά να μην το κάνω.

Ξέρεις πόσες φορές πέρασα από το σπίτι του όταν δεν ήταν κανείς εκεί παρά μόνο εκείνος αποφασισμένος να τον σκοτώσω; Τη μια φορά κουβαλούσα μαζί μου το όπλο μου, μια άλλη ένα μαχαίρι και μια φορά θυμάμαι τον ακολούθησα στην παραλία πολύ νωρίς το πρωί όταν είχε πάει για ψάρεμα. Είχα φροντίσει να μάθω όλες τις συνήθειες του. «Αν θέλεις να εξοντώσεις κάποιον γίνε η σκιά του, μάθε απέξω κι ανακατωτά όλες τις συνήθειες και τις αδυναμίες του. Κάπου εκεί βρίσκεται κρυμμένη η ευκαιρία που εσύ περιμένεις να αδράζεις», μου έλεγε πάντα ο πατέρας μου. Ακολούθησα λοιπόν τη συμβουλή του. Είχα γίνει η σκιά του. Η εξόντωση του μου είχε γίνει εμμονή. Κοιμόμουν και ξυπνούσα μόνο με αυτή τη σκέψη. Ο τύπος ήταν υπερβολικά τυχερός. Την τελευταία στιγμή πάντα κάτι τύχαινε και γλίτωνε. Τις περισσότερες φορές σατανικές συμπτώσεις συνωμοτούσαν την τελευταία στιγμή και γλίτωνε. Όταν ήταν μόνος στο σπίτι και πήγαινα να τον βρω, σε κλάσματα δευτερολέπτου εμμφανιζόταν η γιαγιά σου ή άτομα από το προσωπικό. Στην παραλία όπου είχε πάει για ψάρεμα, όταν πήγα να τον πλησιάσω για να τον στραγγαλίσω και να μεταφέρω το σώμα του σ’ένα μέρος όπου θα τον έτρωγαν τα τσακάλια και δεν θα τον έβρισκε ποτέ κανείς, εμφανιζόταν σαν από μηχανής θεός κάποιος ψαράς. Άρχισα να εξοργίζομαι με τον εαυτό μου και την άθλια ανικανότητά μου. Τελικά η θεία δίκη έδρασε εκ μέρους μου και ήταν αμείλικτη. Το τέρας διαγνώσθηκε με καλπάζουσα μορφή καρκίνου στο πάγκρεας. Το τέλος του ήταν προδιαγεγραμμένο, οι πόνοι του φριχτοί. Έλιωσε σαν το κερί, οι γιατροί είχαν πλέον σηκώσει τα χέρια ψηλά, ανήμποροι να παρέμβουν στην μη αναστρέψιμη κατάστασή του. Πολύ γρήγορα ο καρκίνος έκανε μετάσταση στα κόκαλα. Έγινε η σκιά του εαυτού του. Ενα σκελετωμένο ερείπιο με μια οπή για στόμα. Βρήκα την ευκαιρία και τρύπωσα μέσα στο θάλαμο όπου τον είχαν διασωληνεμένο Τον έφτυσα στα μούτρα, του είπα ότι ήξερα και ευχήθηκα να πεθάνει χειροτερα κι από ένα σκυλί. Ήταν πολύ αδύναμος ακόμα και για να μου απευθύνει μια φράση. Με κοίταζε απλά σαν χαμένος βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Δεν ξέρω αν φώναζε για βοήθεια ή αν προσπαθούσε να μου εξηγήσει ή να διαμαρτυρηθεί. Ένιωσα έντονη την ανάγκη να του αφαιρέσω ολόκληρο τον ιατρικό εξοπλισμό για να πεθάνει μια ώρα νωρίτερα. Μετά όμως σκέφτηκα πως η τιμωρία του ήταν ήδη ανελέητη αν και ποτέ δεν θα ήταν αρκετή για να τον εξιλεώσει για τις πράξεις του. Πέθανε το ίδιο βράδυ. Η γυναίκα του τον βρήκε παγωμένο με το στόμα ορθάνοιχτο σαν να προσπαθούσε να δώσει μια εξήγηση. Στο κομοδίνο πλάι στο κρεβάτι του υπήρχε ένα κομμάτι χαρτί κι ένα στυλό. Το χαρτί έγραφε με τεράστια γράμματα «ΣΥΓΓΝΩΜΗ». Κανείς άλλος παρά μόνο εγώ και η μητέρα σου δεν κατάλαβε σε ποιόν απευθυνόταν. Η μητέρα σου αναθάρρησε, για πρώτη φορά στη ζωή της την είδα να χαμογελά ανακουφισμένη. Ο εφιάλτης που την βασάνιζε ήταν πλέον νεκρός. Άρχισε να γίνεται πιο χαρούμενη, πιο κοινωνική αν και ποτέ δεν έφυγε η σκοτεινή μελαγχολία από το βλέμμα της. Ζούσαμε πιο ευτυχισμένοι, πιο ανάλαφροι μέχρι που….Ξέρεις τι συμβαίνει πολλές φορές στους ανθρώπους; Όταν η ευτυχία μπαίνει από την πόρτα,  η δυστυχία βρίσκει ευκαιρία και τρυπώνει από το παράθυρο. Δυστυχώς εμείς δεν αποτελέσαμε εξαίρεση.»

Στο σημείο αυτό η φωνή του έσπασε και ένας λυγμός που προσπαθούσε να πνίξει, δεν τον άφηνε να συνεχίσει.

«Τι εννοείς; Μέχρι που..τι; Μίλα μπαμπά, πες μου την αλήθεια. Δεν έχεις δικαίωμα να μου την κρύβεις άλλο πια.»

Πρώτη φορά τον φώναζε μπαμπά μετά από δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Το άκουσμα της λέξης αυτής ήχησε στα αυτιά του σαν την ένατη συμφωνία του Μάλερ. Ένα ρίγος συγκίνησης διαπέρασε όλο του το σώμα.

«Επειδή ανακάλυψα ότι η μητέρα σου με απατούσε. Μετά από όλα όσα έκανα γι’αυτήν, όλη την αγάπη και την αφοσίωση που της είχα επιδείξει, αυτή με εξαπατούσε με τον χειρότερο τρόπο. Ξέρεις τι σημαίνει να αφιερώνεις όλη τη ζωή σου σε μια γυναίκα, να ζεις και να αναπνέεις μόνο για εκείνη και σε μια στιγμή να ανακαλύπτεις πως όλα αυτά τα χρόνια ζούσες μέσα στο χειρότερο ψέμα; Σάλεψε το μυαλό μου, κατέρρευσε όλος ο κόσμος μου. Ήμουν παντρεμένος με μια γυναίκα που δεν γνώριζα, όχι με εκείνη που είχα λατρέψει. Η ζωή μου έγινε μια κόλαση. Την λάτρευα και την μισούσα με αμείωτη ένταση την ίδια στιγμή. Δεν ήθελα να την βλέπω στα μάτια μου αλλά δεν μπορούσα να ζήσω μακριά της. Εκείνη υπέμεινε αγόγγυστα όλα τα ξεσπάσματά μου. Ποτέ δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί, να μου εξηγήσει ούτε και να με κατηγορήσει πως εγώ είχα κάνει λάθος. Παρέμεινε μια σιωπηλή παρουσία δίπλα μου. Προσπαθούσε να κατευνάσει τον θυμό μου με τον δικό της τρόπο. Αναγνώριζε πως είχα δίκιο, πως είχε θιγεί ολόκληρη η υπόστασή μου και προσπαθούσε να είναι όσο πιο διακριτική μπορούσε και αν ήταν δυνατόν, να κάνει την παρουσία της αόρατη. Η διακριτικότητα της με εξόργιζε ακόμα περισσότερο. Την εκλάμβανα ως προκλητική, αδιάφορη για μένα και τα συναισθήματά μου. Άρχισα να βγαίνω από το σπίτι όσο πιο πολύ μπορούσα και επέστρεφα τα χαράματα πιωμένος. Την ξυπνούσα και την έβριζα με τα χειρότερα λόγια. Εκείνη πάλι δεν μιλούσε, δεν έλεγε απολύτως τίποτα παρά μόνο με κοιτούσε δακρυσμένη μ’εκείνα τα θεόρατά  μάτια της. Πολλές φορές με έβρισκε λιπόθυμο στην εξώπορτα και με μετέφερε η ίδια στο σπίτι…»

Η φωνή της Νταιάνα διέκοψε στη μέση την αφήγησή του.

«Ποιός ήταν αυτός ο άντρας; Πώς ήσουν τόσο σίγουρος ότι υπήρχε αφού εκείνη δεν σου αποκάλυψε ποτέ τίποτα; Της φερόσουν σαν σκουπίδι. Άπειρες φορές έβρισκα καταφύγιο στη σοφίτα από τον τρόμο μου που άκουγα τις φωνές σου. Εκείνη σιωπούσε και σε άφηνε να ρημάζεις την ψυχή της. Ποτέ δεν θα σε συγχωρήσω για τον τρόπο που της φέρθηκε. Ποτέ. Ό,τι και να έκανε, ακόμα και να σε απατούσε, η συναισθηματική κακοποίηση που της ασκούσες χρόνια ολόκληρα αναδεικνύει ως ένοχο εσένα και μόνο εσένα»,

Τα μάτια της είχαν γίνει δύο απειροελάχιστες τελείες που εκτόξευαν φωτιά. Τα λόγια της έγιναν για ακόμα μια φορά καρφιά στην καρδιά του.

«Μπορείς να με κατηγορήσεις όσο θες και να με βρίσεις άλλο τόσο. Γνωρίζω καλά τις ευθύνες μου. Ξέρω ότι έφταιξα και ήμουν ανάλγητος μαζί της. Όμως ήμουν ένας άρρωστος άνθρωπος, η ζήλια με είχε θολώσει. Ο τρόπος που το έμαθα ήταν σοκαριστικός, αδυσώπητος. Βρήκα τις σημειώσεις της, σκόρπιες σε ένα βιβλίο και μετά διάβασα το ημερολόγιό της. Ο τρόπος που εκφραζόταν γι’αυτόν ήταν γεμάτος λατρεία, τα λόγια της έσταζαν αγάπη, έρωτα και πόθο. Σε μένα δεν είχε μιλήσει έτσι ποτέ. Ούτε στις αρχές της σχέσης μας που εγώ πίστευα πως με αγαπούσε επειδή εκείνη για μένα ήταν ο κόσμος μου ολόκληρος. Της πέταξα τις σημειώσεις σχεδόν στο πρόσωπο, εκσφενδόνισα το ημερολόγιό της έξω από το παράθυρο. Έτρεξε και τα μάζεψε σαν απελπισμένη με αγωνία και τρόμο μην τυχόν και καταστρέφονταν οι αναμνήσεις της. Εκείνο το βράδυ απείλησα ότι θα την χτυπήσω. Δεν το έκανα πράξη αλλά τα λόγια μου ήταν σφεντόνες που στόχευαν κατευθείαν στη ψυχή της. Την είδα να κλαίει με λυγμούς, να αγκαλιάζει και να σφίγγει το ημερολόγιο στο στήθος της. Λέξη δεν είπε όλο το βράδυ παρόλες τις φωνές και τις απειλές μου.

Τα γνώριζα όμως όλα. Τον είχε γνωρίσει σε ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Ελλάδα όταν είχε πάει για ένα συνέδριο. Ήταν Έλληνας και παντρεμένος με παιδιά. Ερωτεύτηκαν παράφορα και η σχέση τους διήρκησε δύο περίπου χρόνια. Σκεφτόταν να με αφήσει για να ζήσει μαζί του. Το ίδιο ήθελε να κάνει κι εκείνος με τη γυναίκα του. Είχαν αποφασίσει από κοινού να μας μιλήσουν και να ζήσουν τον έρωτα τους. Όμως δεν πρόλαβαν. Τους εμπόδισε ένα απρόβλεπτο γεγονός. Ο δικός σου ερχομός. Εκείνη δεν του είπε τίποτα ποτέ. Προτίμησε να εξαφανιστεί από τη ζωή του. Παραιτήθηκε από τη θέση της στο Πανεπιστήμιο στη Νέα Υόρκη και δέχτηκε να μετακομίσει οριστικά στη Βόρεια Καρολίνα. Εγώ ποτέ δεν δέχτηκα να ζήσω στη Νέα Υόρκη. Ποτέ δεν συμπάθησα αυτή την πόλη με τα κονσερβοκούτια και τους ανθρώπους μυρμήγκια. Ήθελα να ζω ανθρώπινα και όχι απάνθρωπα. Εκείνη το είχε σεβαστεί απόλυτα και για τρία περίπου χρόνια μοιράζαμε την απόσταση. Ερχόταν στη Βόρεια Καρολίνα κάθε Σαββατοκύριακο και εγώ την επισκεπτομουν κάθε δεύτερη βδομάδα. Δύσκολο να ζεις με ένα άνθρωπο κάτω από αυτές τις συνθήκες αλλά όχι ακατόρθωτο. Άλλωστε η αγάπη μου για εκείνη μετακινούσε βουνά και θάλασσες και γι’αυτό η θυσία μου φαινόταν ελάχιστη.

Όταν ήρθες εσύ στον κόσμο, η ζωή μας άλλαξε, έγινε πιο λαμπερή, πιο αισιόδοξη κι ευτυχισμένη. Τα πρώτα χρόνια ήταν τα ωραιότερα της ζωής μας. Η Ρουθ είχε αφοσιωθεί αποκλειστικά σε σένα. Σε αγαπούσε υπερβολικά, ήσουν ολόκληρος ο κόσμος της. Ήταν ένα θαύμα η εγκυμοσύνη της σε σένα καθώς όλοι οι γιατροί λόγω της βάναυσης κακοποίησης της οποίας είχε υποστεί, είχαν αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο. Γι’αυτό κι εκείνη το θεώρησε ένα θείο δώρο, ένα μήνυμα από τον ουρανό. Πρόσεχε ακόμα και την παραμικρή της κίνηση. Σταμάτησε αμέσως τη δουλειά, τα ταξίδια που λάτρευε και τις άσκοπες μετακινήσεις. Δεν ήθελε με τίποτα να ρισκάρει ακόμα και την ελάχιστη πιθανότητα να βάλει σε κίνδυνο την εγκυμοσύνη της. Μετά όταν ήρθες στον κόσμο περνούσε ώρες ολόκληρες μαζί σου. Δεν δεχόταν βοήθεια από κανένα. Ούτε καν από μένα και τη μητέρα της. Ήθελε να σε φροντίζει μόνη της ατελείωτες ώρες της μέρας. Κάθε βράδυ σε νανούριζε με κλασική μουσική και σου διάβαζε από ένα κεφάλαιο του αγαπημένου της μυθιστορήματος, την «Άννα Καρένινα.»

«Τι καταλαβαίνει ένα βρέφος από κλασική λογοτεχνία τέτοιου επιπέδου;» την ρωτούσα απορημένος.

«Πολλά, όσα δεν φαντάζεσαι όσο ήταν στην κοιλιά μου ακόμα», απαντούσε σοβαρά.

Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι και αγαπημένοι μέχρι εκείνη την καταραμένη ώρα που βρήκα τις σημειώσεις και το ημερολόγιό της. Μακάρι να μην το έβρισκα ποτέ. Η ζωή μας είχε γίνει μια κόλαση. Αναγνωρίζω πως είχα κι εγώ μεγάλες ευθύνες, όμως θέλω να με καταλάβεις πως δεν ήμουν σε θέση να αντιληφθώ τα λάθη μου. Ειχα θολώσει, τα πάντα είχαν σκοτεινιάσει μέσα μου και γύρω μου. Η ζωή που γνώριζα ως δική μου δεν μου άνηκε πια. Ποτέ δεν έπαψα να την αγαπώ, θέλω να με πιστέψεις σ’αυτό. Όλες οι πράξεις μου, τα λόγια μου, η συμπεριφορά μου ήταν το αποτέλεσμα ενός πολύ κακού παιχνιδιού της μοίρας. Η γυναίκα που αγαπούσα με είχε προδώσει. Δεν ήξερα καν αν το παιδί της ήταν όντως δικό μου αν κι εκείνη μου το ορκιζόταν κλαίγοντας γονατιστή. »

Η Νταιάνα κρατήθηκε από την κορυφή της πολυθρόνας για να μην χάσει την ισορροπία της και σωριαστεί στο πάτωμα. Τα λόγια του ήταν καρφιά στην καρδιά και στο μυαλό της.

«Καταλαβαίνεις τι μου λες; Πως τόσα χρόνια μεγάλωσα μέσα στο ψέμα γνωρίζοντας για πατέρα κάποιον που απεχθάνομαι αλλά τελικά είμαι η κόρη κάποιου άγνωστου που δεν γνωρίζω τ’όνομά του και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα το μάθω ποτέ. Κι αυτό το μαθαίνω από το στόμα εκείνου που πίστευα για πατέρα μου. Δεν θέλω να ακούσω άλλες αηδιαστικές λεπτομέρειες. Θέλω να φύγεις από το σπίτι μου αυτή τη στιγμή και να μην σε ξαναδώ ποτέ ξανά. Κακοποίησες με τον χειρότερο τρόπο τη μητέρα μου τη στιγμή που γνώριζες όλο το τραγικό παρελθόν της. Το μίσος μου για σένα δεν θα σβήσει ποτέ»

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments