Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

από την Άρια Σωκράτους.

Ο ήλιος στην πανέμορφη εκείνη πόλη ήταν ο πιο φωτεινός που είχε δει στη ζωή της. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε ξαναδεί ένα φως τόσο δυνατό. «Ένας τόπος ευλογημένος από τον Θεό», της έλεγε πάντοτε η μητέρα της.

Βρισκόταν εδώ ένα μήνα ήδη και παρακαλούσε να μην φύγει ποτέ. Όταν πέθανε ο πατέρας της είχε πέσει σε βαριά μελαγχολία. Για δύο μήνες δεν έτρωγε και δεν μιλούσε σε άνθρωπο. Ευτυχώς που επέμεινε ο Αλέξης να φύγουν. Ήταν βάλσαμο για την ψυχή της. Τώρα το μόνο που ζητούσε ήταν να παγώσει ο χρόνος και να την ξεχάσει εκεί. Αυτό ήθελε μόνο.  Σε εκείνο το μικρό χωριουδάκι λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω από τη Λεμεσό. Λάτρεψε και την Αθήνα, παρέμεινε εκστατική στη θέα της Ακρόπολης αλλά η μικρή αυτή γωνιά στην άλλη άκρη της γης την είχε ήδη μαγέψει. Έκλαψε ξανά αλλά αυτή τη φορά από ευτυχία. Να μπορούσε μόνο να σταματήσει ο χρόνος και να την ξεχνούσε εκεί, σε εκείνο το μέρος με τα πετρόκτιστα σπίτια με τις πολύχρωμες αυλές και τους χαρούμενους και φιλόξενους ανθρώπους. Δεν ήθελε πια να επιστρέψει ποτέ στο απύθμενο χάος της Νέας Υόρκης που φάνταζε ως τέρας στο μυαλό της.

«Αγάπη μου θα πάμε τελικά στην ταβέρνα του κυρ Ηλία; Σε ρωτάω εδώ και δέκα λεπτά και απάντηση δεν παίρνω.», της είπε ο Αλέξης γελώντας.

«Αχ χίλια συγγνώμη καρδιά μου αλλά δεν άκουσα τίποτα. Έχω χαζέψει με τόση ομορφιά γύρω μου. Η φύση με έχει συνεπάρει. Πόσο τυχερός είσαι που μεγάλωσες μέσα σε τόσο φως! Γι’αυτό και οι άνθρωποι εδώ είναι τόσο αλλιώτικοι, πρόσχαροι, γεμάτοι καλοσύνη και προσφορά. Όχι σαν τα τυποποιημένα και καλοκουρδισμένα ρομπότ που έχουμε καταντήσει όλοι εμείς στη Νέα Υόρκη. Ακόμη και στη Βόρεια Καρολίνα που μεγάλωσα και είναι πολύ πιο ήρεμοι και αργοί οι ρυθμοί, δεν έχω βρει αυτή την ηρεμία ψυχής. Εδώ γαλήνεψε η ψυχή μου που ήταν μια τρικυμία και βλέπω τη ζωή με εντελώς διαφορετική ματιά. Τώρα όσον αφορά στην ερώτηση σου που δεν την καταλαβαίνω κιόλας για ποιό λόγο την κάνεις, περίμενες πως υπήρχε περίπτωση ποτέ να πω όχι σε αυτό το θαυμάσιο φαγητό; Πέντε κιλά έχω πάρει από την μέρα που ήρθα. Δεν κάνω και άλλη δουλειά! Μόνο τρώω.»

Ο Αλέξης έσκασε στα γέλια και τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Ήταν τόσο ευτυχισμένος που την έβλεπε πάλι να χαμογελά.. Η Νταιάνα ήταν πλέον ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος. Χαρούμενη, γελαστή, αισιόδοξη,γεμάτη όρεξη και πάθος για ζωή. Χαιρόταν πραγματικά για αυτή την μεταστροφή της επειδή γνώριζε καλά πόσο πολύ είχε υποφέρει στη ζωή της. Αν δεν ήταν εκείνος δίπλα της όταν έχασε τον πατέρα της, τα αποτελέσματα θα ήταν ολέθρια.

Οι γονείς του την αγάπησαν από την πρώτη στιγμή που την αντίκρυσαν. Ειδικά ο πατέρας του, την έβαλε κατευθείαν μέσα στην καρδιά του. Ακόμα και η μητέρα του που ήταν πολύ επιφυλακτική εώς εχθρική όταν είχε ακούσει πως ήταν Αμερικανίδα, την συμπάθησε από την πρώτη στιγμή που την είδε. Το ίδιο και η αδελφή του. Ακόμα και η γιαγιά του που δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον και με κανένα άλλο παρά μόνο με τον ίδιο, είχε αναπτύξει ένα ιδιαίτερο δέσιμο μαζί της.

«Αυτό θέλω κι εγώ, να τρως! Να τρως τόσο πολύ όσο δεν έφαγες ποτέ στη ζωή σου!»

«Ναι για να γίνω πάνχοντρη και μετά να μην με θες! Αυτά να τα ξεχάσεις κύριε, σε πήραμε χαμπάρι. Πάμε τώρα στο σπίτι να πάρουμε τη μαμά σου και τη γιαγιά σου. Αλήθεια, ο πατέρας σου πότε έρχεται;»

«Νομίζω αύριο το πρωί αν θυμάμαι καλά. Έτσι μου είπε η μαμά. Δεν θα μείνει πολλές μέρες επειδή έχει δουλειά και πρέπει να επιστρέψει.»

«Ήθελα να σε ρωτήσω αν είναι εντάξει με τους γονείς σου να βάλω φωτογραφίες  του πατέρα μου και της μητέρας μου πάνω από το τζάκι. Είναι το μοναδικό ενθύμιο που έχω πλέον από εκείνους και με αυτό τον τρόπο θα τους αισθάνομαι περισσότερο κοντά μου. Νομίζεις ότι θα τους πειράξει;»

«Τι λες αγάπη μου; Θέλω να αισθάνεσαι το σπίτι μας δικό σου και να κάνεις αυτό που θέλεις. Το σπίτι αυτό είναι και δικό σου και αν εσύ θα ήθελες, ίσως να μπορούσαμε να ζήσουμε εδώ μια μέρα. Σκόπευα να στο προτείνω όταν ερχόταν εδώ ο πατέρας μου αλλά επειδή το έφερε η κουβέντα, έχω να σου κάνω μια πρόταση. Τι θα έλεγες αν μοιραζόσουν όλη την υπόλοιπη ζωή σου μαζί μου; Σου υπόσχομαι πως δεν θα ροχαλίζω τα βράδια, θα σου μαγειρεύω συνέχεια ελληνικά φαγητά και τα Σαββατοκύριακα θα σε παίρνω στην ταβέρνα του κυρ Ηλία. Λοιπόν τι λες; Θα με αντέξεις για το υπόλοιπο της ζωής σου;», της είπε βγάζοντας από την τσέπη του ένα βελούδινο μπορντώ κουτάκι με ένα μονόπετρο δαχτυλίδι.

Η Νταιάνα τον κοιτούσε αποσβολωμένη με το στόμα ανοιχτό. Αν η ευτυχία είχε όνομα, τότε θα ήταν σίγουρα το όνομά του. Έπεσε με ορμή στην αγκαλιά του και άρχισε να κλαίει και να γελάει ταυτόχρονα.

«Ναι, ναι, ναι!! Χίλιες φορές ναι! Θέλω να γίνω γυναίκα σου, να γεννήσω τα παιδιά σου και να ζήσουμε για όλη την υπόλοιπη μας ζωή εδώ. Η καριέρα μου δεν με ενδιαφέρει πια καθόλου. Με είχε ήδη κουράσει πολύ καιρό πριν. Με μεγάλη μου ευχαρίστηση θα υποβάλω παραίτηση!»

«Αλήθεια το λες; Θα άφηνες τη ζωή σου στην Αμερική για να έρθεις να ζήσεις εδώ σε αυτό το μικρό χωριό που το έχει ξεχάσει ακόμα και ο Θεός; Αγάπη μου με κάνεις τρομερά ευτυχισμένο.», της είπε στριφογυρίζοντας την στην αγκαλιά του.

«Φυσικά και το εννοώ. Τίποτα δεν με κρατάει πια εκεί Άλεξ. Οι γονείς μου έφυγαν, δεν έχω κανένα άλλο στον κόσμο παρά μόνο εσένα. Όσο για τη δουλειά μου, ξέρεις πόσο πολύ βαρέθηκα να συνεργάζομαι με κούφιους και ματαιόδοξους ανθρώπους που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα γύριζα να πω ούτε καλημέρα; Το μόνο καλό που μου πρόσφερε ήταν που γνώρισα εσένα. Δεν ζούσα εδώ και πολύ καιρό. Σε αυτό το μικρό χωριό έχω ξαναβρεί το γέλιο και την ψυχική μου υγεία. Εσύ μπορεί να λες πως το έχει ξεχάσει ακόμα και ο Θεός αλλά για μένα εδώ κρύβεται ο ίδιος ο Θεός.»

«Πολύ χαίρομαι που το λες αυτό. Πραγματικά με κάνεις τρομερά ευτυχισμένο. Ευτυχώς έχω τελειώσει ήδη το μεταπτυχιακό μου και με σύστησαν για δουλειά σε μια εξαιρετική νομική εταιρία, η οποία έχει γραφεία στην Κύπρο, στην Ελλάδα και στη Νέα Υόρκη, οπότε θα μπορέσουμε να ζήσουμε εδώ μια χαρά.»

«Και το βιβλίο σου πάει εξαιρετικά καλά, μην το ξεχνάς. Ήδη πάει για Τρίτη έκδοση! Μόνο που θα πρέπει να βρεις άλλη μάνατζερ επειδή αυτή που έχεις τα έχει ήδη φορτώσει στον κόκορα.», του είπε σκασμένη στα γέλια.

«Αυτή την μάνατζερ θέλω εγώ αλλά σε άλλο τομέα», της είπε πνίγοντας την στα φιλιά.

«Να σου πω, πάμε τώρα στο σπίτι επειδή θα μας περιμένουν η μητέρα σου , η αελφή σου και η γιαγιά σου. Κρίμα που δεν είναι και ο πατέρας σου να του πούμε τα ευχάριστα. Δεν πειράζει όμως κι αύριο μέρα είναι!»

Στο παραδοσιακό πέτρινο σπίτι στο κέντρο του χωριού εκείνη τη μέρα είχαν μεγάλες χαρές. Η μητέρα του Αλέξη έκλαιγε από συγκίνηση και τους έδωσε δέκα φορές την ευχή της. Η Ιφιγένεια τους είχε αγκαλιάσει και τους δύο και τους φιλούσε και η γιαγιά του γελούσε σαν μικρό παιδί. Σαν να είχε γίνει κάτι μαγικό και μόνο για εκείνη τη μέρα η αρρώστια την είχε εγκαταλείψει. Αντιλαμβανόταν και αντιδρούσε στα πάντα. Η Νταιάνα έβαλε δακρυσμένη τις φωτογραφίες των γονιών της και η μητέρα του Αλέξη άναψε ένα καντήλι και το τοποθέτησε στη μέση τους.

«Τους νεκρούς μας τους τιμάμε κάθε μέρα στην Ελλάδα. Ποτέ δεν τους ξεχνάμε και το καντήλι έχει αυτό το συμβολισμό.», της εξήγησε η Μαίρη κι εκείνη την άκουγε με μεγάλη προσοχή.

Τη συζήτηση διέκοψε το κλειδί που ακούστηκε στην πόρτα. Ο Αντώνης παρουσιάστηκε μπροστά τους με ένα πλατύ χαμόγελο και δύο αποσκευές στα χέρια του.

«Σας την έσκασα! Αύριο με περιμένατε, σήμερα σας παρουσιάστηκα! Υπάρχει θέση για ακόμα ένα άτομο στην ταβέρνα; Μα κάτι γίνεται εδώ. Τι συμβαίνει και είστε όλοι τόσο χαρούμενοι;» τους είπε γελώντας.

«Μπαμπά τι ευχάριστη έκπληξη και τι απίστευτη συγκυρία δεν μπορείς να φανταστείς! Έχουμε να σου ανακοινώσουμε κάτι πολύ σπουδαίο! Η Νταιάνα κι εγώ αποφασίσαμε να παντρευτούμε και όχι μόνο αυτό αλλά θα μείνουμε εδώ στο χωριό. Το έχει λατρέψει και μου το ζήτησε η ίδια.»

Το πρόσωπο του Αντώνη άστραψε από χαρά κι έσπευσε αμέσως να αγκαλιάσει τη νύφη και το γιο του. Ακόμα και τη γυναίκα του ήταν έτοιμος να αγκαλιάσει.

«Δεν θα μπορούσε ο γιος μας να μας κάνει πιο ευτυχισμένους», αποκρίθηκε η Μαίρη σφίγγοντας με θέρμη το χέρι της νύφης της.

Η Νταιάνα τους κοιτούσε χαμογελαστή και σκεφτόταν πως για πρώτη φορά στη ζωή της η ευτυχία είχε πραγματικό όνομα.

«Έχω κι εγώ να σας κάνω μια ανακοίνωση. Συγγνώμη Αλέξη μου που δεν στο είπα νωρίτερα αλλά σκέφτηκα πως θα ήταν υπέροχο να μοιραζόμασταν με τους δικούς σου αυτό το νέο. Εδώ και δύο μήνες έχω καθυστέρηση. Έκανα τεστ εγκυμοσύνης το πρωί και βγήκε θετικό. Είμαι έγκυος!»

Ο Αλέξης με δάκρυα στα μάτια τη σήκωσε ψηλά στα χέρια του και τη φιλούσε ακατάπαυστα. Οι γονείς του έκλαιγαν από συγκίνηση και η γιαγιά, καθισμένη στην πολυθρόνα της άπλωσε τα χέρια της προφέροντας το όνομα της Νταιάνα.

«Αγάπη μου γιατί δεν μου είπες τίποτα; Θέε μου είμαι τόσο ευτυχισμένος! Τι άλλο να ζητήσω  από τη ζωή μου; Τι; Πάμε γρήγορα στην ταβέρνα να το γιορτάσουμε. Απόψε κερνάω όλο το μαγαζί!» φώναξε ο Αλέξης ενθουσιασμένος.

Αγκάλιασαν όλοι την Νταιάνα και της ευχήθηκαν τα καλύτερα δακρυσμένοι και πλημυρισμένοι από ευτυχία.

Τότε ο Αντώνης είδε μπροστά του εκείνη που πάντοτε περίμενε και ποτέ δεν ήρθε να του χαμογελά  όμορφη όσο ποτέ άλλοτε μέσα από μια φωτογραφία πάνω στο τζάκι. Εκείνη, ο έρωτας της ζωής του καθιστή πάνω στον βράχο μιας παραλίας του χαμογελούσε ευτυχισμένη και του έδινε ξανά την υπόσχεση που κάποτε δεν κράτησε. Παράλυσε ολόκληρος. Ρίγη συγκίνησης διαπέρασαν όλα τα μέλη του σώματος του και τον ακινητοποίησαν στο ίδιο σημείο.

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments