Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Από την Ισμήνη Χαρίλα

Βραβευμένος το 1921 με το Νόμπελ λογοτεχνίας, ο Ανατόλ Τιμπώ, που έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο Ανατόλ Φρανς, συνοψίζει στο μυθιστόρημά του «Το νησί των πιγκουίνων» που κυκλοφόρησε το 1908, το σύνολο των ιδεών που χαρακτήρισαν το πνευματικό κληροδότημά του.

Στο συγκεκριμένο έργο, που κυκλοφορεί στα ελληνικά και από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Ιωάννας Χόνδρου, ο δημιουργός συνδυάζει το φανταστικό με το πραγματικό και καταγράφει την ιστορική πορεία της Γαλλίας από τις απαρχές του κόσμου μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

Η αφήγηση ξεκινά λοιπόν όταν, από ένα λάθος, ο Άγιος Μαέλ βαφτίζει Χριστιανούς μια ομάδα πιγκουίνων και προκαλεί αναστάτωση στην Εκκλησία, αφού τα ζώα δεν μπορούν να ενταχθούν στους κόλπους της. Έπειτα από αρκετές συζητήσεις, ο Θεός επιλύει το πρόβλημα μεταμορφώνοντας τους πιγκουίνους σε ανθρώπους. Τα θαλάσσια πτηνά αποκτούν επομένως τη μορφή των ανθρώπων, αλλά παράλληλα τα ελαττώματα και τις κακές συνήθειες αυτών.

Σταδιακά, ο Ανατόλ Φρανς παραθέτει τα ιστορικά γεγονότα και εκθέτει συνάμα τα αρνητικά στοιχεία που υιοθέτησαν οι πιγκουίνοι ως άνθρωποι πλέον στο πέρασμα των αιώνων. Αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Αναγέννηση, νεότεροι χρόνοι και μέλλον. Ο δημιουργός δεν ιστορεί απλώς, αλλά επισημαίνει τη διαφορετικότητα κάθε περιόδου. Την έννοια της ντροπής, της υστεροβουλίας, τα ήθη, τα έθιμα, την ισχύ επιρροής των προλήψεων και των προκαταλήψεων, αλλά και την εκμετάλλευση που υφίστανται οι ασθενέστεροι από εκείνους που κατέχουν την εξουσία.

Ως σοσιαλιστής και ειρηνιστής, υπερθεματίζει την έννοια της ελευθερίας που επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν ευτυχισμένοι και με λεπτή ειρωνεία – που διακρίνει εξάλλου ολόκληρο το αφήγημα – σατιρίζει την αδυναμία των ανθρώπων να ζήσουν σε μια κοινωνία απαλλαγμένη από αντιπαραθέσεις, πολέμους και υποκρισία. Το χρήμα μετατρέπεται σε κυρίαρχο ρυθμιστή του παιχνιδιού και η μετακίνηση από την επαρχία στα μεγάλα αστικά κέντρα ως συνέπεια της βιομηχανικής επανάστασης και της συνεχιζόμενης επέκτασης των εργοστασίων, αλλοιώνουν τον ίδιο τον χαρακτήρα της ύπαρξης. Όποιος είναι πλούσιος και ισχυρός υμνείται, ενώ αντίστοιχα αυτός που παλεύει με τη φτώχεια και τις κακουχίες περιφρονείται σε μια κοινωνία που στερείται αυτογνωσίας, αυτοκριτικής και μακροπρόθεσμης οπτικής.

Με στοιχεία που συναντώνται στην Επικούρεια φιλοσοφία, ο Ανατόλ Φρανς απορρίπτει τη συμπεριφορά της Εκκλησίας που καταλήγει στον φανατισμό, τη χειραγώγηση και ιδίως στον περιορισμό στην εξέλιξη των γυναικών και την επιβολή της υποτακτικής στάσης τους στον άνδρα της οικογένειας. Ο λογοτέχνης προσδίδει μεγάλη βαρύτητα στη θέση των γυναικών και αφιερώνει αρκετές σελίδες στην καταπίεσή τους, θυμίζοντας κατά την αναφορά του στον τομέα της εκπαίδευσης, τις απόψεις του Μολιέρου στο «Σχολείο γυναικών». «Καλλιεργούμε την άγνοια των γυναικών», γράφει ο Ανατόλ Φρανς και «να είναι τελείως αδαής», επιθυμεί ο ήρωας του Μολιέρου για τη μέλλουσα σύζυγό του.

Επόμενο μεγάλο κεφάλαιο του αφηγήματος αποτελεί η υπόθεση Ντρέυφους, κατά τη διάρκεια της οποίας ο συγγραφέας συνετάχθη με το μέρος του Εμίλ Ζολά για επανεξέταση και διόρθωση της κατάφωρης αδικίας που υπέστη ένας αθώος αξιωματικός. Στο σημείο αυτό θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη υπόθεση και η απογοήτευση που βίωσε ο Ανατόλ Φρανς από τις πολιτικές εξελίξεις, τον επερχόμενο πόλεμο του 1914 και την απώλεια της αγαπημένης του, της Μαντάμ Καϊγιαβέ, όξυναν, σύμφωνα με τους μελετητές του, τον πεσιμισμό του, που είναι διάχυτος και στο παρόν πόνημα και συνοψίζει, όπως προαναφέρθηκε, τις πτυχές της πολιτικής, της θρησκευτικής πίστης, της οικονομίας, της φιλοσοφίας, της τέχνης και της υπαρξιακής αναζήτησης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τη στιγμή της κοσμικής δημιουργίας.

Η συγγραφή πάντως ενός ιστορικού κειμένου δεν είναι εύκολη, όπως επισημαίνει και ο ίδιος ο Ανατόλ Φρανς, αφού συχνά οι μαρτυρίες για παρελθοντικά γεγονότα δύνανται να είναι αποκλίνουσες. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει, όπως διευκρινίζει ο ιστορικός μυθιστοριογράφος, η επιθυμία του αναγνώστη να μην εκπλήσσεται και η τάση του να αναζητά σε κάθε ιστορία το οικείο και γνωστό, ενώ απορρίπτει ως προσβλητικό οτιδήποτε νέο ή διαφωτιστικό.

Συμπερασματικά, θα μπορούσε επομένως να αναφερθεί ότι σ’ ένα έργο τριακοσίων και πλέον σελίδων ο Ανατόλ Φρανς δεν καταγράφει απλώς την ιστορία της Γαλλίας, αλλά τις βασικές αρχές που διέπουν την ίδια την πορεία της Ανθρωπότητας και εκείνης του ατόμου.

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments