Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

από την Άρια Σωκράτους.

Στο μυαλό μου στριφογύριζε βασανιστικά η σκέψη πως οι μεγαλύτεροι φόβοι μας όπως και οι ελπίδες μας  δεν εκτείνονται πέρα των δυνατοτήτων μας. Μπορούμε εύκολα να κυριαρχήσουμε στους πρώτους και να πραγματοποιήσουμε τις δεύτερες. Ένα κλικ του μυαλού μόνο χρειάζεται και θέληση. Μια υπέρτατη θέληση που εμείς οι άνθρωποι πολλές φορές αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε.

Πόσες φορές αναρωτήθηκα αν εγώ τη διέθετα. Η μέχρι τώρα πορεία μου πάντως έδειχνε το αντίθετο. Ήμουν πολύ θυμωμένη με μένα και τις λάθος επιλογές μου. Τόσο πολύ που ούτε καν πρόσεξα πως το αντικείμενο που εκσφενδόνισα με τόση μανία πάνω στο διάφανο γυαλί, θρυμματίστηκε σε χιλιάδες αμελητέα κομμάτια.

Το θυμωμένο κι επίμονο χτύπημα του γείτονα στον τοίχο με επανέφερε απότομα στην πεζή πραγματικότητα.

Ούτε τον θυμό του δεν μπορεί πλέον να εκφράσει κανείς όταν ζει παγιδευμένος μέσα σε ξύλινα, ψεύτικα κουτάκια που στη Νέα Υόρκη αποκαλούνται σπίτια.

Πόσο πολύ μου θύμιζαν τα ψεύτικα κουκλόσπιτα που μου αγόραζε μετά μανίας η μαμά όταν ήμουν παιδί! Μόνο που τώρα η κούκλα ήμουν εγώ και το ψεύτικο κουκλόσπιτο, το πανάκριβο μικροσκοπικό μου διαμέρισμα στην καρδιά της Νέας Υόρκης.

Τρεις χιλιάδες οχτακόσια δολάρια το μήνα. Πόσο αστεία και πόσο τραγικό ταυτόχρονα. Ο πατέρας μου ποτέ δεν  συγχώρεσε την απόφαση μου να εγκαταλείψω τη Βόρεια Καρολίνα και να εγκατασταθώ στη Νέα Υόρκη.

«Θα σε πνίξει αυτή η πόλη, θα σε μετατρέψει σε ένα οργανωμένο απάνθρωπο, από αυτούς που βλέπεις και νομίζεις πως η καρδιά τους λειτουργεί βάσει ενός χρονομέτρου που είναι ενσωματωμένο στο σώμα τους. Δεν θα χαίρεσαι, δεν θα ζεις, απλά θα υπάρχεις. Ακόμα και το φαγητό δεν θα έχει γεύση. Θα τρως μόνο για να επιβιώσεις, όχι για να απολαύσεις. Εκεί που πας δεν θα έχεις την πολυτέλεια να απολαύσεις τίποτα.», μου έλεγε καθισμένος στην ίδια κουνιστή πολυθρόνα που καθόταν η μαμά όταν ακόμη ζούσε.

Ακόμα μου σπάει τη μύτη η μυρωδιά του φρεσκοψημένου καλαμποκιού με μια γερή δόση λιωμένου βουτύρου που έψηνε στον μικρό μας κήπο τις Κυριακές.

Καημένε μπαμπά. Ποτέ δεν περίμενες πως θα σε εγκατέλειπα κι εγώ μετά τη μαμά. Το θεώρησες προδοσία το ξέρω, όμως εμένα μου έλειπε το οξυγόνο σε αυτή την ασφυκτικά μικρή πόλη στην οποία ζούσαμε.

Ποτέ δεν την ένιωσα πατρίδα μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Όταν πέθανε η μαμά, η ανάγκη να την εγκαταλείψω έγινε κάτι περισσότερο από επιτακτική. Όλα μέσα σε εκείνο το σπίτι είχαν το άρωμα της, κάτι από την αύρα της.

Περπατούσα στο δρόμο και νόμιζα ότι θα την έβλεπα να έρχεται από την αντίθετη πλευρά του δρόμου φορτωμένη με εκείνες τις πράσινες χάρτινες σακούλες του μανάβη και θα με κυνηγούσε να φάω τα μεγάλα πράσινα μήλα που τόσο πολύ της άρεσε να τρώει κάθε απόγευμα.

Αγόραζε αμέτρητες σακούλες και κάθε Σάββατο έφτιαχνε μηλόπιτες για μας, για τη γειτονιά, για τις φίλες της. Ακόμα νιώθω την γλυκόπικρη γεύση της να μου γαργαλάει τον ουρανίσκο.

Μια όαση χαράς και αισιοδοξίας ήταν η μαμά για όλους μας. Πάντα χαμογελαστή κι ευπροσήγορη με όλους, έτοιμη να κάνει δικά της τα προβλήματα των άλλων και να βασανίσει το μυαλό της μέχρι να βρει μια λύση. Αυτό που δεν άντεχε ήταν να βλέπει τον πόνο ζωγραφισμένο στα μάτια των άλλων. Μια αέναη ευφορία σκορπούσε πάντοτε γύρω της. Πάντοτε μέχρι τη μέρα που….Όχι, όχι πάλι αυτή η σκηνή μπροστά μου. Φύγε, φύγε μακριά από μένα. Μην φυλακίσεις πάλι τη σκέψη μου. Όχι πάλι, όχι. Μα πού στα κομμάτια χάθηκε πάλι εκείνο το μπλε κουτί;

Πόσο καιρό είχα να επισκεφτώ την ντόκτορ Τόμας;  Είχαν κλείσει ήδη δύο βδομάδες ενώ τα ραντεβού μας ήταν αυστηρά καθορισμένα στη μέση κάθε βδομάδας.

Η δουλειά στον εκδοτικό όμως δεν μου επέτρεπε τελευταία τόσες πολυτέλειες. Το πρόγραμμα μου ήταν ασφυκτικά γεμάτο με ραντεβού από καταξιωμένους δύστροπους και σνομπ γραφιάδες κι από τις επιστολές επίδοξων συγγραφέων που με βομβάρδιζαν καθημερινά για να τους προσέξω και να τους χαρίσω μια θέση στο όνειρο.

Στην αρχή στεναχωριόμουν αφάνταστα όταν τους έστελνα εκείνες τις σύντομες και στεγνές απαντήσεις που ήταν καταπέλτης για τα όνειρα τους. Σχεδόν με σιχαινόμουν γι’αυτό. Ποιά ήμουν εγώ που θα αποφάσιζε πως τα έργα τους δεν ήταν άξια για συμβόλαιο με ένα εκδοτικό οίκο και να φιγουράρουν στις προθήκες των Barnes and Noble;

Η αλήθεια όμως ήταν πως δεν είχα άλλη επιλογή, για την ακρίβεια δεν μου επιτρεπόταν καν η πολυτέλεια να την έχω. Το Writer’s World είχε ένα βασικό και απαράβατο κανόνα, να δεχόμαστε μόνο τους καλύτερους έστω κι αν αυτό σήμαινε πως εγώ θα έπρεπε να αποκτήσω ξαφνικά μαγικές δυνάμεις και να μαντέψω αν ο συγγραφέας πληρούσε τον χρυσό κανόνα βάσει των πρώτων τριών φράσεων της επιστολής του.

Η Λώρα πετάχτηκε πάνω μου έντρομη κι άρχισε να μου γλείφει το πρόσωπο. Αυτό έκανε κάθε φορά που οσμιζόταν τον φόβο και την απόγνωση μου. Με αυτό τον τρόπο είχε την αίσθηση πως μου απάλειφε τις πληγές και ξόρκιζε τους δαίμονες μου.

Το λευκό βελούδινο τρίχωμα της ενεργούσε ως καταλύτης στις εκρηκτικές κρίσεις πανικού μου.

Καλή μου Λώρα, είσαι πλέον η μοναδική που νοιάζεται για μένα. Προσπαθώ να σκεφτώ πότε ήταν η τελευταία φορά που εκμυστηρεύτηκα τα εσώψυχα μου σε κάποιο άλλο άνθρωπο κι εκείνος με άκουσε αλλά μου είναι αδύνατο να θυμηθώ.

Η καθημερινοτήτα μου ήταν γεμάτη με τυπικές συναντήσεις κι επαφές με επίδοξους συγγραφείς, εκδότες, εμετικούς δημοσιοσχετίστες, ανιαρά και ανούσια επαγγελματικά δείπνα και τον ίδιο επαναλαμβανόμενο διάλογο με τον Μιγκέλε, τον Περουβιανό ιδιοκτήτη του μίνι μάρκετ στη γωνία.

«Buenos dias sinorita. La leche y las dulces estan en la bolsa. Que linda que estas hoy. Tus ojos brillan.”[1]

Κάθε μέρα επαναλάμβανε την ίδια φράση χαιδεύοντας απαλά την άκρη του πιγουνιού του και κοιτώντας με βαθιά μέσα στα μάτια προσπαθώντας να μαντέψει αν ήταν η τυχερή του μέρα και είχα όρεξη για περισσότερες κουβέντες εκτός από το ξερό ευχαριστώ και το κούνημα του κεφαλιού.

Την πρώτη μέρα που είχα μετακομίσει στη γειτονιά πριν από περίπου τρία χρόνια  είχα κάνει το λάθος να απαντήσω στην πρώτη ερώτηση του στα ισπανικά, περιχαρής που βρήκα κάποιον να ξεσκονίσω τη γλώσσα που είχα μάθει σε ένα κύκλο ταχύρυθμων μαθημάτων σε ένα ινστιτούτο ισπανικών στις αρχές που είχα έρθει στη Νέα Υόρκη.

Μόνο όταν είδα τις πλαστικές σακούλες με τις αγαπημένες μου σοκολάτες και τα νάτσος με γεύση τυρί που απολάμβανα κάθε Τρίτη βράδυ παρακολουθώντας την αγαπημένη μου δραματική σειρά στην τηλεόραση, να με περιμένουν κρεμασμένες πάνω στο πόμολο της πόρτας, αντιλήφθηκα το τεράστιο μέγεθος του λάθους μου.

Για έξι μήνες, τα αγαπημένα μου απαγορευμένα σνακς με περίμεναν καθημερινά στο κατώφλι μου με ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί που έγραφε με γράμματα δυσανάγνωστα «Cuando vamos a cenar juntos?»[2]

Ο Μιγκέλε πήρε τελικά απόφαση πως δεν υπήρχε περίπτωση να μοιραστούμε ούτε ένα τσιγάρο μαζί όταν μια μέρα αγανακτισμένη από την επιμονή του, μπήκα σαν βολίδα στο κατάστημα και χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά άδειασα το περιεχόμενο της τελευταίας πλαστικής σακούλας πάνω στο φρεσκοκουρεμένο του κεφάλι. Εκείνη τη στιγμή, το μαγαζί ήταν ασφυκτικά γεμάτο από ταλαιπωρημένους Λατίνους βιοπαλαιστές που έκαναν τα τελευταία ψώνια της βδομάδας και δεν έβλεπαν την ώρα να απολαύσουν την μπίρα τους στο μπαρ της γωνίας.

Ποτέ δεν τόλμησε να αφήσει ξανά τα δώρα του στην εξώπορτα του διαμερίσματος μου κι εγώ δεν πάτησα για μήνες το πόδι μου στο μαγαζί του. Για την ακρίβεια περνούσα από μπροστά του με το βλέμμα αυστηρά προσηλωμένο στην αντίθετη κατεύθυνση σαν να παρατηρούσα κάτι από μακριά, το οποίο δεν μπορούσα να διακρίνω.

Οταν ξανάρχισα να ψωνίζω από το κατάστημα του, η συμπεριφορά του είχε  αλλάξει ολοκληρωτικά. Ο θρασύς άντρας με το ύφος του Λατίνου εραστή είχε δώσει τη θέση του σ’ένα μαζεμένο, αμίλητο τύπο που κοιτούσε επίμονα την ταμειακή του μηχανή για λίγους μήνες, μέχρι που άρχισε πάλι να ξεθαρρεύει με τη διαφορά πως τηρούσε τους τύπους και τις αποστάσεις.

Με πόση ευλαβική προσήλωση επιδίωκα τις αποστάσεις στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους. Σαν να είχε εγκατασταθεί στην ψυχή μου μια μόνιμη φοβία μην τυχόν κι έρθω με κάποιον πιο κοντά απ’ό,τι καθόριζαν τα προσωπικά όρια ασφαλείας μου.

[1] Καλημέρα δεσποινίς. Το γάλα και τα γλυκά είναι μέσα στην τσάντα. Τι όμορφη που είσαι σήμερα. Τα μάτια σου λάμπουν.

[2] Πότε θα δειπνήσουμε μαζί;

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments