Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

@επιμέλεια Άννα Μουσογιάννη

Πώς αλήθεια υφαίνεται ο χρόνος; Ένα ρητορικό ερώτημα που όπως αποδεικνύεται και από την αφήγηση της Σοφίας Δημοπούλου στο νέο της βιβλίοΠως υφαίνεται ο χρόνος” από τις Εκδόσεις Ψυχογιός μόνο ο ίδιος ο χρόνος μπορεί να απαντήσει. Η ιστορία μας έχει δείξει ότι ίσως είναι ένας πηλός που πλάθεται στα χέρια του καθένα και μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη ή δικαιολογία όπως στα ομηρικά έπη όπου η Πηνελόπη προκειμένου να καθυστερήσει τους επίδοξους μνηστήρες ολημερίς ύφαινε τον αργαλειό της και ολονυχτίς ξήλωνε όσα είχε υφάνει. Ο χρόνος που μπορεί να γίνει σύμμαχος ή εχθρός μας.

«Νέοι κι ωραίοι μνηστήρες, αφού ο θείος Οδυσσέας πέθανε,
κάνετε λίγη υπομονή, μην τρέχετε πίσω απ᾽ τον γάμο μου,
ωσότου τούτο το πανί το αποτελειώσω, για να μην παν χαμένες
οι κλωστές μου. Το υφαίνω σάβανο του σεβαστού Λαέρτη,
την ώρα εκείνη που θα πέσει πάνω του θανατερή η μαύρη μοίρα,
για να τον καταλύσει η άσπλαχνη· μήπως βρεθεί
στον κόσμο μας κάποια γυναίκα να με ψέξει
που θα τον άφηνα νεκρό ασαβάνωτο, έναν που του περίσσευαν τα πλούτη»

«Πώς υφαίνεται ο χρόνος  μάνα; Με πόνο, αβάσταχτο πόνο μερικές φορές…»

Η Σοφία Δημοπούλου μετατρέποντας νοητά τη συγγραφική της πένα σε αργαλειό υφαίνει μια ιστορία ενώνοντας έντεχνα το παρελθόν και το παρόν. Η Νάνα, η Ανθή , ο Αλβέρτος, η Μεταξία και ο Ιωάννης, ο γιατρός Αϊβάζης, η Ευγενία και μια πληθώρα ανθρώπων κλειδιά γύρω τους που έδιναν μια ώθηση στη ροή της ιστορίας. Κάθε πρόσωπο και μια διαφορετική ενέργεια και όλοι αυτοί μαζί να αφήνονται ηθελημένα ή  μη στο ποτάμι του χρόνου που κυλάει και πίσω δεν γυρίζει. Ο κάθε ήρωας οδηγεί τη ζωή του σύμφωνα με το τι πρεσβεύει και ο χρόνος τον μεταμορφώνει σε θύμα ή θύτη.

“Το παρελθόν  επιστρέφει για να μας δείξει τα λάθη μας, να μας θυμίσει τα σωστά που έγιναν, και πού μας οδήγησαν, να μας δώσει δύναμη και ελπίδα πως ό,τι ζούμε το έχουμε βιώσει και πάλι και ίσως και άλλες φορές το βρούμε μπροστά μας»

Τη Νάνα και την Ανθή τους χωρίζει ο χρόνος και τους ενώνει η ίδια απαράμιλλη δίψα να προχωρήσουν διαγράφοντας τη δική τους πορεία. Η ζωή είναι απρόβλεπτη και ανατρέπεται αλλά καταφέρνουν να προσαρμόζονται και να εμπιστεύονται το χρόνο . Δύο γυναίκες που έζησαν σε διαφορετική χρονική περίοδο. Η Νάνα, η γυναίκα του σήμερα που παίρνει τη ζωή της στα χέρια της χωρίς να έχει να λογοδοτήσει πουθενά. Που όταν η μητρότητα της χτυπάει την πόρτα είναι στη δική της δικαιοδοσία να αποφασίσει το τι μέλει γενέσθαι. Εν αντιθέσει η Ανθή, έζησε στα τέλη του 19ου με αρχές 20ου αιώνα όπου η γυναίκα δεν είχε δικαιώματα και αποφάσιζαν άλλοι για τη μοίρα της. Η συγγραφέας φέρνει στην αφηγηματική αρένα αντιμέτωπες τη γυναίκα του σήμερα και τη γυναίκα του χθες.

Στο βιβλίο αυτό θίγονται θέματα όπως η πλεονεξία, η φιλαργυρία, η κοινωνική αναγνώριση και καταξίωση που γίνεται καρμανιόλα για ανθρώπους που δεν έφταιξαν αλλά έπεσαν θύματα της διαστρεβλωμένης ματιάς κάποιων άλλων ανθρώπων. Ο Ιωάννης και η Μεταξία, αιμοδιψείς για κοινωνική αναγνώριση. Εραστές της επιφάνειας, ακόμα και αν αυτή είναι απλά ένα γυαλί που αντανακλά το φως, τα θυσιάζουν όλα στο βωμό του «φαίνεσθαι» και αυτό έχει αντίποινα. Μέχρι πού θα φτάσουν και πώς θα το πληρώσουν; Η Ευγενία άκουσε την καρδιά της. Η ανυπόταχτη Όλγα ονειρευόταν μια ζωή διαφορετική από αυτή που την προόριζαν οι γονείς της να ζήσει. Ο Αλβέρτος, άβουλο ον, βούτηξε μόνος του σε ένα χρονικό ποτάμι που καταλήγει σε καταρράκτη παρασύροντας και άλλους μαζί του. Ο Αλβέρτος είναι ο Έρωτας, το ατελέσφορο πάθος που δεν έχει λογική. Ενώ ο γιατρός Αϊβάζης είναι η προσωποποίηση της αληθινής αγάπης, εκείνης που αφήνει τον άλλο ελεύθερο, εκείνης που σέβεται, εκείνης που έχει υπομονή

Ποιος άραγε μπορείς να μας πει πού η ζωή βαδίζει; Ποια η έκβαση κάθε σχέσης; Το παρελθόν χάνεται στο χρόνο και επιστρέφει ως αδέκαστος δικαστής, όταν δεν έχουμε μάθει από αυτό, αμαυρώνοντας το παρόν μας και μπλοκάροντας το μέλλον μας. Η συγγραφέας, που στην προκειμένη η γραφή της μας θυμίζει Κάρολο Ντίκενς , μας μεταφέρει με τη ρεαλιστική γραφή της στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, την περίοδο που ακμάζει στην Ευρώπη το κίνημα του ρεαλισμού. Η πραγματικότητα που διαθλάται μέσα από την υποκειμενική ματιά του εκάστοτε συγγραφέα όπως εύστοχα είχε αναφέρει η Τζωρτζ Έλιοτ για το ρεαλισμό .Αν το βιβλίο της Σοφίας Δημοπούλου ήταν έκθεση φωτογραφίας η αίθουσα θα ήταν γεμάτη από αρμονικές εναλλαγές με έγχρωμες (παρόν) και ασπρόμαυρες (παρελθόν) φωτογραφίες.

«Ένα παζλ είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, ένα ατελείωτο αλισβερίσι συναισθημάτων, ονείρων και προσωπικών συμφερόντων:τι παίρνεις, τι δίνεις, τι συμφέρει να αισθάνεσαι».

Η συγγραφέας κάνοντας μια εμπεριστατωμένη μελέτη μας μεταφέρει επιτυχώς στην Αθήνα περί τα τέλη 19ου με αρχές 20ου αιώνα, την εποχή μάλιστα που ανθίζει και η υφαντουργία στην Ελλάδα και καταλαμβάνει μια θέση στους κλάδους της λαϊκής τέχνης. Με γλαφυρότητα μας περιγράφει τα ήθη, τα έθιμα και τον τρόπο ζωής της παλιάς Αθήνας.  Μέσα από τη δική της ματιά βλέπουμε την τότε υπέροχη Αθήνα, ακούμε τα άλογα να καλπάζουν σέρνοντας την άμαξα, μυρίζουμε τον φρεσκοκαρβουδισμένο καφέ και καθόμαστε στο Καφενείο του Χάφτα ή των Γερόντων που βρισκόταν στη συμβολή της οδού Πατησίων με την Πανεπιστημίου. Βιώνουμε το κλίμα που επικρατεί στις βουλευτικές εκλογές του 1890 και που οδήγησαν στην ήττα του Χαρίλαου Τρικούπη. Νιώθουμε το βαρύ κλίμα του Α’ παγκοσμίου πολέμου και αγωνιούμε μέσα από την αναβίωση της «πλημμύρας του Αγίου Φιλίππου»

Πραγματικά γεγονότα με μυθοπλασία, πρόσωπα που υφίσταντο και εκείνα που ήταν αποκύημα της φαντασίας της συγγραφέως, δένουν αρμονικά μεταξύ τους και μας παρασύρουν σε μια αφήγηση καθόλα αληθοφανή.  Πρόσωπα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο ρου της ιστορίας, αναβιώνουν και μας συστήνονται. Η Σοφία Λασκαρίδου, ο «καταραμένος ποιητής» Περικλής Γιαννόπουλος, ο Έλληνας ζωγράφος  Νικόλαος Οθωναίος, ο Εμμανουήλ Ροϊδης, ο Θόδωρος Δηλιγιάννης μας ξανα-συστήνονται.

«Η ίδια έπρεπε να κάνει σπονδή με κάποιο τρόπο στη μοίρα. Να την παρακαλέσει, να της επιτρέψει να χαρεί ό,τι είχε στερηθεί. Μα η μοίρα δεν καλοπιάνεται με παρακάλια. Θέλει δύναμη. Δεν αγαπά τους άτολμους».

Η συγγραφέας στοχεύει και επιτυγχάνει με την ολοκλήρωση της αφήγησης να μας μιλήσει για τη βαρύτητα του χρόνου και των αποφάσεων μας . Όπως και η  άποψη του Μίλαν Κούντερα και τη θεματική που πραγματεύεται στο βιβλίο του «η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» όπου στην εισαγωγή του μας κάνει λόγο για το θέμα της νιτσεϊκής αιώνιας επιστροφής. Μας κάνει νύξη για το πόσο απερίσκεπτα παίρνουμε μια πραγματικότητα γνωρίζοντας ότι δε θα επαναληφθεί και ότι θα αντιμετωπίζαμε διαφορετικά καταστάσεις αν γνωρίζαμε ότι αυτά θα επέστρεφαν ξανά και ξανά στην ίδια τους μορφή. Πώς άραγε θα χειριζόταν, τις καταστάσεις ο Ιωάννης και η Μεταξία αν ήξεραν την έκβαση τους και αν αυτές επέστρεφαν καθημερινά με την ίδια ακριβώς μορφή; Γνώση και άγνοια, ένα σχήμα οξύμωρο. Με πόση ελαφρότητα πάρθηκαν από τους ήρωες κάποιες αποφάσεις απόρροια της άγνοιας για τις επιπτώσεις; Και κάπου εδώ έρχεται να προστεθεί η συγχώρεση. Η συγχώρεση είναι αυτή που απορρέει από τη μάθηση και που μας δίνει την ώθηση να συνεχίσουμε.

Υπέροχο βιβλίο. Ένα ταξίδι στο χώρο, το χρόνο και στη φαντασία το οποίο  διαβάζεται μονορούφι. Η συγγραφέας με spoiler alert  που τοποθετεί έντεχνα μέσα στην αφήγηση δε μας αφήνει σε ησυχία και δεν μπορούμε ως αναγνώστες να αφήσουμε το βιβλίο κάτω.

Κλείνω με το soundtrack του βιβλίου και με μια ευχή. Να εμπιστεύεστε το χρόνο. Αυτός ξέρει.

Who can say where the road goes
Where the day flows, only time
And who can say if your love grows
As your heart chose, only time

Who can say why your heart sighs
As your love flies, only time
And who can say why your heart cries
When your love lies, only time

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments