Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

από την Άρια Σωκράτους.

«Διαταραχή πανικού» ήταν το επίσημο πόρισμα των ειδικών για την περίπτωσή της. Καθόλου δεν την ενδιέφεραν οι ιατρικές ορολογίες που ακούγονταν τόσο ψυχρές, απρόσωπες και κάποτε ακαταλαβίστικες. Το μόνο που την ένοιαζε είναι πως όποτε την έπιανε αυτή η απαίσια κρίση, έχανε τον κόσμο γύρω της και είχε την αίσθηση πως θα ξεψυχούσε την ίδια στιγμή. Κανένας ψυχίατρος και κανένας ψυχοθεραπευτής δεν την είχε βοηθήσει να ξεπεράσει εντελώς αυτές τις κρίσεις. Κι είχε επισκεφθεί πολλούς και τους καλύτερους στον τομέα τους. Ίσως να μην την βοήθησαν επειδή κατά βάθος δεν ήθελε η ίδια να βοηθήσει τον εαυτό της. Ίσως να την βόλευε να νιώθει ανήμπορη και να έχει μια πρόχειρη δικαιολογία για να μην σταθεί ξανά στα πόδια της και να μην σκέφτεται όλα όσα την πονούσαν. Να μην αναλάβει δράση και να μην ασχοληθεί ποτέ ξανά με το παρελθόν.

Άρχισε να περπατάει με γοργό βήμα που γινόταν ολοένα και γρηγορότερο. Το πλάκωμα στο στήθος είχε αρχίσει να υποχωρεί. Την εγκατέλειψε ακόμα και το έντονο αίσθημα λιποθυμίας και άρχισε να αναπνέει με κανονικό ρυθμό. Περπατούσε χωρίς προορισμό. Έβλεπε τα πανέμορφα νεόκτιστα σπίτια με τους παραδεισένιους κήπους δίπλα από το πατρικό της και σκεφτόταν με πίκρα πως το δικό της μπροστά τους έμοιαζε με τον φτωχό συγγενή με τα κουρέλια. Ποιός όμως θα αναλάμβανε τη συντήρηση και την ανακαίνιση που χρειαζόταν επειγόντως το σπίτι; Η μητέρα της εκεί που βρισκόταν αυτή τη στιγμή δεν είχε ανάγκη από καμία στέγη, εκείνη που εδώ και πολλά χρόνια είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της κι είχε γίνει κι επισήμως κάτοικος Νέας Υόρκης ή ο πατέρας της που ζούσε με μια άλλη γυναίκα σε μια μικρή μεζονέτα λίγα μέτρα πιο μακριά από το σπίτι τους;

Στη σκέψη του πατέρα της ένα μειδίαμα που έμοιαζε με πόνο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Ο πατέρας της. Πόσο ειρωνική και άνευ ουσίας ακουγόταν στα αυτιά της αυτή η λέξη. Αυτός ο άνθρωπος που κάποτε λάτρευε βασάνιζε τη μάνα της μέχρι το τέλος της ζωής της και που αδυνατούσε να θυμηθεί ακόμα και το ηχόχρωμα της φωνής του. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να την επισκεφθεί για να δει πως αντεπεξέρχεται σε μια πόλη θηρίο όπως είναι η Νέα Υόρκη, ποτέ δεν την ρώτησε αν χρειάζεται μία δεκάρα, πώς πληρώνει το νοίκι, πώς περνά τις γιορτές. Σαν να ήταν ένας άνθρωπος εντελώς ξένος. Αυτό ήταν πλέον για εκείνη. Ένας ξένος με τον οποίο δεν είχε πλέον κανένα κοινό σημείο επαφής. Από την Σούζι, την παιδική της φίλη έμαθε πως συγκατοικούσε εδώ και πολλά χρόνια με μια γυναίκα αρκετά μικρότερη του. Οι φήμες μάλιστα στην κλειστή κοινωνία της Wilmington έδιναν κι έπαιρναν. Κάποιες φήμες ισχυρίζονταν πως είχε σχέση με την γυναίκα εκείνη πολύ καιρό πριν πεθάνει η μητέρα της και περίμενε την κατάλληλη στιγμή να περάσει η περίοδος πένθους για να μετακομίσει κάτω από την ίδια στέγη μαζί της. Κάποιες άλλες έλεγαν πως γνώρισε τη νέα του σύντροφο σε ένα συνοικιακό μπαρ στο οποίο πήγαινε για ένα ποτό μετά τη δουλειά. Η αλήθεια και το ψέμα μπλεκόταν σε ένα περίεργο συνονθύλευμα ειδήσεων, καταστάσεων και συμπτώσεων. Η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να μάθει σε ποιό σημείο τελείωνε το ψέμα και σε ποιό ξεκινούσε η αλήθεια. Για εκείνη ο πατέρας της δεν υπήρχε. Είχε πεθάνει μαζί με τη μητέρα της με τη μόνη διαφορά ότι η απώλεια της μητέρας της ήταν για εκείνη ανοικτή πληγή ενώ η απώλεια του πατέρα της δεν την άγγιζε καθόλου. Για εκείνη δεν ήταν καν απώλεια αλλά μια συνθήκη η οποία δεν την αφορούσε καθόλου. Πώς μπορεί άλλωστε να σε αφορά μια κατάσταση αναφορικά με κάποιον, ο οποίος δεν σημαίνει πια τίποτα για σένα;

Έκλεισε τα μάτια και στο πρόσωπο της σχηματίστηκε μια γκριμάτσα απαξίωσης. Αρκετή ώρα σπατάλησε πάνω στον πατέρα της και πολύ αμφέβαλλε αν εκείνος την είχε σκεφτεί έστω μία φορά από τότε που έφυγε. Από την αρχή της έδειξε την έντονη δυσαρέσκεια του που επέλεξε να ζήσει σε μια άλλη Πολιτεία. Εξέλαβε την απόφαση της αυτή ως προδοσία. Ήταν τόσο εγωιστής που δεν ενδιαφέρθηκε καν να σκεφτεί τους λόγους που οδήγησαν στο να λάβει η κόρη του αυτή την απόφαση. Γιατί λοιπόν εκείνη να την ενδιαφέρει με ποιά ζούσε και τι έκανε; Καθόλου δεν την ένοιαζε για εκείνον και τη ζωή του. Τον είχε θάψει εδώ και πολλά χρόνια στη μνήμη της και σπάνια ανέσυρε την ανάμνησή του. Αυτό έκανε πάντα στη ζωή της. Έθαβε ό,τι την πονούσε. Ο πόνος μετά γινόταν ένα τεράστιο διογκωμένο κουβάρι που την έπνιγε και της πλάκωνε την ψυχή. Όμως ήταν πολύ αργά πλέον για να αλλάξει. Κάποιες στιγμές ένιωθε τον εαυτό της βαρύ και δυσκίνητο.

Ένιωσε την ανάγκη να δει τη Λέσλι, παλιά φίλη της μητέρας της. Τον μοναδικό σύνδεσμο που είχε με το παρελθόν και την παιδικότητά της. Θυμήθηκε τα καλάθια με τα γλυκά και τις σοκολάτες που η «Θεία Λέσλι», της έφερνε κάθε Πάσχα και χαμογέλασε με νοσταλγία. Πόσο της είχε λείψει η χαμένη παιδικότητα της, η αγκαλιά της μητέρας της και το στέρνο που μύριζε άγριο τριαντάφυλλο. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει από αγαλλίαση μέσα στο στήθος της. Η συνάντηση με την Λέσλι ήταν συνάντηση με την προηγούμενη ζωή της, με ένα κομμάτι του εαυτού της που είχε πια απωλέσει.

«Beyond the gardens” λεγόταν κατάστημα δώρων που διηύθυνε. Έγραψε το όνομα του μαγαζιού στο κινητό της και έψαξε τη διεύθυνση. Δεν την θυμόταν από τα τόσα χρόνια που είχε να το επισκεφθεί. Δεν ήταν πολύ μακριά από το σπίτι της. Έπρεπε να περπατήσει για τριαντα περίπου λεπτά ή να πάρει ταξί και σε μόλις πέντε λεπτά να βρεθεί στον προορισμό της. Προτίμησε να πράξει το πρώτο. Ήταν ένα πολύ μικρό μαγαζί στο κέντρο της πόλης γεμάτο με χαριτωμένα και παραξενα αντικείμενα. Βρισκόταν πίσω από ένα μεγάλο κήπο με δέντρα και εποχιακά πολύχρωμα λουλούδια, γι’αυτό και του είχε δώσει το συγκεκριμένο όνομα. Η Λέσλι διατηρούσε το κατάστημα πολλά χρόνια, πολύ πριν γεννηθεί εκείνη. Ο άντρας της είχε πεθάνει πριν από λίγα χρόνια κι από τότε η Λέσλι περνούσε στο κατάστημα τις περισσότερες ώρες της μέρες. Έφευγε από εκεί όταν ο ήλιος είχε πλέον δύσει για τα καλά και έφθανε η ώρα για το βραδινό της δείπνο. Δειπνούσε πάντα μόνη παρέα με τον γάτο της και ένα αναμμένο κόκκινο κερί. Είχε πάντα αδυναμία στα κόκκινα κεριά. Στην πόλη την αποκαλούσαν όλοι αλαφροίσκιωτη αλλά την αγαπούσαν επειδή ήταν πολύ γλυκιά κι εξυπηρετική με όλους. Έτρεχε πάντα σε όποιον είχε ανάγκη χωρίς να αποσκοπεί σε τίποτα άλλο παρά μόνο στην αγάπη και στην αποδιχή τους. Αυτό μόνο ήθελε η Λέσλι στη ζωή της, άπλετη αγάπη και αποδοχή. Θεωρούσε πως η αγάπη μπορούσε να θεραπεύσει κάθε πόνο και κάθε δυστυχία στον κόσμο. Την αποκαλούσαν η «Μητέρα Τερέζα» της πόλης της Wilmington.

Κατάλαβε πως έφτασε στον προορισμό της όταν προτού καν προλάβει να δει την κομψή γαλάζια επιγραφή με την καλλιτεχνική γραφή, όταν ένα έντονο κύμα με άρωμα λεβάντας αιχμαλώτισε τις αισθήσεις της. Το αγαπημένο φυτό της Λέσλι κυριαρχούσε θριαμβευτικά στο χώρο. Μπήκε μέσα στο κατάστημα με μια παιδιάστικη ορμή. Διέκρινε την αριστοκρατική ψηλόλιγνη φιγούρα της Λέσλι με τα ξανθογκρίζα της μαλλιά πιασμένα σε ένα χαλαρό σινιόν, να εξυπηρετεί μια πελάτισα πίσω από το ταμείο.

«Θέια Λέσλι», φώναξε με αδημονία μικρού παιδιού τρέχοντας προς το μέρος της.

Εκείνη απέμεινε να την κοιτά ακίνητη αδυνατώντας να πιστέψει πως εκείνη βρισκόταν εκεί, ακριβώς μπροστά της. Έγνεψε μηχανικά στην νεαρή βοηθό της να αναλάβει την πελάτισα στο ταμείο και χωρίς να χάσει ούτε στιγμή έτρεξε προς το μέρος της και την έκλεισε σφιχτά μέσα στην αγκαλιά της. Τα δάκρυα της άρχισαν να κυλάνε σαν ρυάκι από τα μάτια της και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τα σταματήσει.

«Νταιάνα. Κοριτσάκι μου! Πόσα χρόνια έχουν περάσει αγάπη μου; Γιατί δεν με πήρες ένα τηλέφωνο τόσο καιρό; Γιατί δεν με ειδοποίησες πως θα έρθεις; Πώς είσαι; Να σε δω. Μια κούκλα είσαι όπως τότε. Ίσως πιο εκλεπτυσμένη και πιο γυναίκα αλλά το ίδιο όμορφη! Άλλος αέρας όμως η Νέα Υόρκη ε; Βέβαια, καμία σχέση με την μικρή μας πόλη εδώ. Έλα να καθήσουμε να μου πεις τα νέα σου. Ετοιμάσου να μου τα πεις όλα από την αρχή. Από τότε που έφυγες μέχρι σήμερα. Όχι που θα γλίτωνες από τη θεία Λέσλι! Χαχα.»

Μιλούσε ακατάπαυστα χωρίς καμία διακοπή. Την κοιτούσε με βλέμμα γεμάτο λατρεία. Αυτό το ζεστό και τόσο γλυκό βλέμμα που σε αγκάλιαζε ολόκληρο και νόμιζες πως κανείς και τίποτα δεν θα μπορούσε πλέον να σε πειράξει. Η Λέσλι δεν είχε αλλάξει καθόλου. Ίσως μόνο να είχε περισσότερες ρυτίδες στο πρόσωπο αλλά είχε την ίδια αγγελική ομορφιά όπως παλιά. Τα ίδια φωτεινά γαλάζια μάτια, την πλούσια χαίτη και το ίδιο αριστοκρατικό και κομψό στυλ. Η ομορφιά της παρέπεμπε στην Γκρέις Κέλλυ. Είχε την ίδια κομψότητα κι επιβλητικότητα. Το ψηλόλιγνο σώμα της με τα λεπτοφυή άκρα ήταν πάντοτε το σήμα κατατεθέν της που την διέκρινε ανάμεσα σε πλήθος άλλων γυναικών. Όμως, δεν είχε ποτέ επίγνωση της απαράμιλλης ομορφιάς της. Απεναντίας αυτοσαρκαζόταν συνεχώς και δεν είχε ίχνος γυναικείας φιλαρέσκειας. Η Λέσλι ήταν ένα μεγάλο, αγέραστο παιδί. Αυθόρμητη, παρορμητική, αθώα και δοτική. Ένα σπάνιο είδος ανθρώπου που είναι είδος προς εξαφάνιση.

Η Νταιάνα την κοιτούσε συγκινημένη και με μεγάλο κόπο συγκρατούσε τα δάκρυα που ορμητικά απαιτούσαν να κυλήσουν από τα μάτια της. Η εσωστρεφής της φύση εμπόδιζε την έκφραση των συναισθημάτων της μπροστά σε άλλους. Προτιμούσε να ξεσπά συναισθηματικά όταν ήταν μόνη της σε μέρος που δεν μπορούσε να την δει κανείς. Από μικρή είχε αυτή τη συνήθεια και όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο την εκδήλωνε. Το μόνο πράγμα που ήθελε να κάνει αυτή τη δεδομένη στιγμή ήταν να κουρνιάσει στην αγκαλιά της Λέσλι και να μείνει εκεί ώρες ολόκληρες. Κατά ένα περίεργο τρόπο ένιωθε την παρουσία της μητέρας της να υφίσταται έντονα γύρω της. Ίσως η παρουσία της Λέσλι να ενίσχυε αυτή τη ψευδαίσθηση.

«Συγγνώμη», ψέλλισε χαμηλόφωνα.

«Σε μένα δεν θα ζητάς ποτέ συγγνώμη μ’ακούς; Ποτέ. Για μένα είσαι η κόρη που ποτέ δεν είχα. Το είχα πει και σ’εκείνη. Της είχα υποσχεθεί πως δεν θα σε εγκατέλειπα ποτέ. Τρελαινόμουν που δεν μπορούσα να σε βρω. Το προσπάθησα πολλές φορές αλλά ήταν τρομερά δύσκολο. Είχα έρθει και δύο φορές στη Νέα Υόρκη και προσπάθησε να σε εντοπίσω αλλά μάταια. Είχα βρει την παλιά σου διεύθυνση αλλά κανείς δεν μπορούσε να με κατατοπίσει και να μου πει που βρισκόσουν. Με τους γείτονες σου είχες ανύπαρκτες σχέσεις. Ρώτησα για σένα αλλά με κοιτούσαν σαν να κατέβηκα από άλλο πλανήτη. Κανείς δεν γνώριζε τίποτα για σένα ούτε καν το όνομά σου. Ένας νεαρός μόνο μου είπε «Λες για την μελαχρινή ομορφούλα με τα γαλάζια μάτια; Σπάνια ομορφιά αλλά πολύ ξινή βρε παιδάκι μου».

Η Νταιάνα άρχισε να γελάει ακατάσχετα και δύο λακάκια σχηματίστηκαν στα μάγουλα της. Η Λέσλι την κοιτούσε με θαυμασμό και αγάπη. Για εκείνη παρέμενε πάντα εκείνο το υπέροχο κοριτσάκι που το πήγαινε βόλτα στο ζαχαροπλαστείο και στεκόταν αποσβολωμένο στη βιτρίνα, θαμπωμένη από την ομορφιά των ζαχαρωτών, τα απαλά λαμπυρίσματα που έκαναν οι τάρτες με τα φρούτα, οι ποικιλόμορφες καραμέλες και οι λαχταριστές πάστες σοκολάτας με την περίτεχνη διακόσμηση. Παρόλες τις αυστηρές εντολές και υποδείξεις της μητέρας της να μην την αφήσει να φάει κανένα γλυκό, εκείνη υποχώρησε μπροστά στις ικεσίες του μικρού κοριτσιού. Οι δυό τους είχαν κάνει μια σιωπηλή και μυστική συνωμοσία μεταξύ τους, να μην αναφέρουν ποτέ και για κανένα λόγο στη μητέρα της τις μικρές αλλά τόσο γλυκές  παρασπονδίες τους.

Το κοριτσάκι αυτό ήταν μια μικρή, σαγηνευτική σειρήνα, που μάγευε τους πάντες με την πρώιμη οξυδέρκεια και ευφυία της. Τα πάντα πάνω της ήταν ιδιαίτερα. Ο τρόπος που κινούνταν στο χώρο, που χαμογελούσε, που μιλούσε. Σαν να είχες απέναντί σου ένα σοφό ενήλικα εγκλωβισμένο στο κορμί ενός πεντάχρονου παιδιού. Αλήθεια, ποιός είπε πως ένα πεντάχρονο παιδί δεν είναι ήδη ένα τέλειο και ολοκληρωμένο δημιούργημα της φύσης; Αυτό το μέγα σφάλμα διαπράττουν πολλοί ενήλικες και συμπεριφέρονται στα ανήλικα παιδιά τους με τρόπο γελοίο και βλακώδη, με αποτέλεσμα τα παιδιά να αντιδρούν έντονα και βίαια. Ένα από αυτά τα παιδιά ήταν η Νταιάνα. Χτυπούσε τα πόδια της με μανία στο πάτωμα και έριχνε θυμωμένη τα μαχαιροπήρουνα και το φαγητό της στο πάτωμα κάθε φορά που κάποιος συγγενής ή οικογενειακός φίλος της απηύθυνε μια ηλίθια ερώτηση. Γινόταν έξω φρενών με την επιμονή τους να απευθύνονται σε εκείνη με τον τρόπο που θα απευθύνονταν στο ζωάκι τους ή σε ένα άψυχο αντικείμενο. Εκείνοι βέβαια δεν το αντιλαμβάνονταν ποτέ. Απεναντίας την αντιμετώπιζαν με δυσφορία και αποδοκιμασία αποκαλώντας την ως «κακομαθημένο παλιόπαιδο.»

Μόνο εκείνη και η Ρουθ, η μητέρα της την καταλάβαιναν και συναινούσαν στις σιωπηλές υποδείξεις της Νταιάνα. Αντιθέτως, ο πατέρας της εξαγριωνόταν, θύμωνε και της έβαζε τις φωνές ενώπιον όλων των παρευρισκομένων. Μια φορά την είχε χαστουκίσει μπροστά σε όλους τους συγγενεις που είχαν μαζευτεί στο εορταστικό τραπέζι της Μέρας των Ευχαριστιών επειδή αρνήθηκε με μανία να φάει το κομμάτι γαλαπούλα που της έβαλε η θεία Ντόροθι στο πιάτο, πιέζοντας την να το φάει επειδή «θα ψήλωνε τόσο πολύ που θα έφτανε τον μπαμπά της στο μπόι.»

Όταν η Ρουθ πέθανε, η Λέσλι ήταν εκείνη που στάθηκε ως ακλόνητος βράχος δίπλα της. Εκείνη που την έσφιγγε σφιχτά στην αγκαλιά της και ξαγρυπνούσε μαζί της όλο το βράδυ όταν την καταλάμβαναν οι τρομακτικές κρίσεις πανικού και σηκωνόταν κάθυδρη στο κρεβάτι της ουρλιάζοντας. Ζήτησε από τον πατέρα της μικρής ή μάλλον απαίτησε να την πάρει στο σπίτι της και να μείνει μαζί της για ένα διάστημα. Θεωρούσε πως η αλλαγή περιβάλλοντος θα της έκανε πολύ καλό. Εκείνος όχι μόνο δεν της έφερε καμία αντίρρηση αλλά αντίθετα έμοιαζε να ανακουφίζεται με την πρότασή της λες και η παρουσία της κόρης του να του προκαλούσε αφόρητο βάρος.

Η Νταιάνα δεν προέβαλε καμία αντίσταση στην πρότασή της. Την αποδέχτηκε αδιάφορη, αμίλητη με ένα ανείπωτο πόνο στο βλέμμα και ένα κενό στην καρδιά. Πέρασαν πολλές μέρες χωρίς να βγάλει ούτε λέξη από το στόμα της. Οι αντιδράσεις της παρέπεμπαν στις κινήσεις μιας καλοκουρδισμένης κούκλας σαν εκείνες που έβρισκε κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο κάθε παραμονή Χριστουγέννων. Το φαγητό την άφηνε παγερά αδιάφορη. Δεν άπλωνε καν το χέρι να ακουμπήσει τις σοκολάτες καραμέλας που λάτρευε και η Λέσλι της πρόσφερε γενναιόδωρα. Την ίδια ακριβώς αντίδραση είχε και με τις λαχταριστές πάστες σοκολάτας του αγαπημένου της ζαχαροπλαστείου που άλλοτε εκλιπαρούσε για να της αγοράσουν. Η Λέσλι είχε πλέον απελπιστεί και άρχισε να ανησυχεί σοβαρά για την σωματική και ψυχική υγεία του παιδιού μέχρι που μια μέρα αποφάσισε να παίξει το τελευταίο της χαρτί. Αγόρασε την ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος» που γνώριζε πως ήταν το πρώτο βιβλίο που είχε διαβάσει στη ζωή της η Νταιάνα και δήθεν αδιάφορα την έβαλε στο βίντεο να παίζει.

Εκείνη τη στιγμή το κοριτσάκι καθόταν πάνω στο χρωματιστό χαλί έχοντας τυλιγμένα τα χέρια της γύρω από τα γόνατα της και το βλέμμα να κοιτάει στο απόλυτο κενό μέχρι τη στιγμή που πρόσεξε την ταινία, η οποία είχε ξεκινήσει να προβάλλεται στην τηλεόραση. Το βλέμμα της προσκολλήθηκε σαν μαγνητισμένο στο αιθέριο πρόσωπο της Βίβιαν Λι που ενσάρκωνε την Σκάρλετ Ο’Χάρα. Σηκώθηκε με μια σβέλτη κίνηση από τη θέση της και στάθηκε μόλις λίγα μέτρα μακριά από την τηλεόραση παρακολουθώντας σαν υπνωτισμένη. Έμεινε εκεί ακίνητη σχεδόν μέχρι λίγο πριν το τέλος της ταινίας, όπου αποκαμωμένη βυθίστηκε ανακουφισμένη στον γαλάζιο καναπέ του σαλονιού.

«Θεία Λέσλι, τώρα η μαμά θα μπορεί να παρακολουθεί κι αυτή την ταινία από εκεί πάνω; Κάποτε διάβασα σε ένα βιβλίο που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγει ο τίτλος του ότι οι ψυχές αιωρούνται στα αγαπημένα τους μέρη και είναι κοντά στα αγαπημένα τους πρόσωπα. Το «Όσα παίρνει ο άνεμος» ήταν η αγαπημένη ταινία της μαμάς, άρα δεν αποκλείεται να βρίσκεται κι αυτή μαζί μας τώρα. Απλώς εμείς δεν μπορούμε να την δούμε.»

Η Λέσλι αισθάνθηκε ένα κύμα δακρύων να κυλάει σαν καταρράκτης από τα μάτια της. Ευτυχώς που η μικρή ήταν τόσο απορροφημένη με την ταινία που δεν πρόσεξε καθόλου την έντονη συγκίνησή της. Εκμεταλλευόμενη αυτό το γεγονός, προφασίστηκε πως ξέχασε να κάνει ένα τηλεφώνημα και κλειδώθηκε μέσα στο δωμάτιο της όπου ξέσπασε σε λυγμούς. Ήθελε να γίνει ολόκληρη μια τεράστια αγκαλιά και να κλείσει το κορίτσι αυτό μέσα της. Την αγαπούσε όσο δεν μπορούσε να φανταστεί. Για εκείνη ήταν η κόρη που ποτέ δεν απέκτησε.

«Είσαι καλά θεία Λέσλι; Γιατί δεν μιλάς; Και το βλέμμα σου είναι περίεργο. Μήπως δεν αισθάνεσαι καλά;»

Η Νταιάνα είχε ανησυχήσει. Η Λέσλι είχε χάσει το χρώμα της και την κοιτούσε επίμονα χωρίς να αρθρώσει ούτε λέξη και της έσφιγγε δυνατά το χέρι σαν να φοβόταν πως εκείνη θα εξαφανιζόταν ως δια μαγείας από δίπλα της.

«Τιποτα δεν έχω κοριτσάκι μου. Είμαι καλά. Απλώς έχω συγκινηθεί πάρα πολύ που σε βλέπω.», της απάντησε εξακολουθώντας να την κοιτάει με μάτια που έμοιαζαν υγρά.

«Μα τι συμβαίνει; Εσύ κλαις. Για να σου δώσω χαρά ήρθα εδώ, όχι για να σε μελαγχολήσω. Αχ, αγαπημένη μου Λέσλι πόσο πολύ μου έλειψες. Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που έχω σε αυτόν τον κόσμο. Δεν έπαψα στιγμή να σε έχω στο μυαλό και στην καρδιά μου. Απλώς κάποια στιγμή εμείς οι άνθρωποι ιδιαίτερα όταν πονάμε πάρα πολύ, προσπαθούμε να μηδενίσουμε το παρελθόν μας και να ξεκινήσουμε να ζούμε από την αρχή. Εσύ ήσουν ο μοναδικός άνθρωπος που ήθελα να κρατήσω στη ζωη μου, όμως οποιαδήποτε επαφή μαζί σου ήταν επαφή με τον ίδιο τον πόνο. Το ξέρω ότι σε πληγώνω ανεπανόρθωτα με αυτό που σου λέω αλλά θέλω να με καταλάβεις. Νόμιζα πως αν έχανα κάθε επαφή με όλους όσους συνδεόμουν στο παρελθόν, αυτομάτως θα έπαυε και ο πόνος. Όμως ήταν τεράστια η πλάνη μου. Ο πόνος μέσα μου θερίεψε τόσο πολύ που κάποιες φορές μου ήταν ασήκωτο φορτίο να κουβαλάω το σαρκίο το οποίο περιλάμβανε τον εαυτό μου. Ένιωθα σαν ένα φυτό βίαια ξεριζωμένο από τη γη, πεταμένο σε ένα ρέμα. Κυριολεκτικά αυτό ήμουν και τότε που έφυγα και τώρα. Ένα ψυχικό ρετάλι που επιβιώνει με πολύχρωμα χαπάκια και πολύωρες συνεδρίες στα ντιβάνια των ειδικών. Η λαμπερή Νέα Υόρκη μου πρόσφερε μεγάλη επαγγελματική επιτυχία, χρήματα, μια πανάκριβη ζωή με αντάλλαγμα τον εαυτό μου. Τον πούλησα ακριβά δεν λέω, όμως δεν έχω τίποτα πια. Έχω διαλυθεί θεία. Κανείς δεν νοιάζεται για μένα, ούτε καν εγώ η ίδια. Η ζωή μου είναι επαναλαμβανόμενα βαρετά μοτίβα μιας πολύ κακής ταινίας.»

Κάλυψε με τα χέρια το πρόσωπό της και αναλύθηκε σε λυγμούς μέσα στην αγκαλιά της Λέσλι, η οποία προσπαθούσε μετά βίας να συγκρατήσει τους δικούς της λυγμούς.

«Πάμε να καθήσουμε στον κήπο αγάπη μου. Θα αισθανθείς πολύ καλύτερα με τον καθαρό αέρα. Να δεις και τον Six Thirty πόσο πολύ μεγάλωσε. Σαν θηρίο της έγινε. Έχει γεράσει βέβαια ο φουκαράς και μετά βίας σέρνει τα πόδια του. Η όρεξη του όμως παραμένει ακμαία. Αφού ώρες ώρες νομίζω πως θα με φάει και μένα από τη λαιμαργία του. Α νάτος εκεί μας περιμένει. Είναι ώρα φαγητού. Μην νομίζεις ότι με πεθύμησε. Είναι άτιμος γάτος αυτός.»

Η Νταιάνα κοίταξε τον υπερμεγέθη μαύρο γάτο με την μεγάλη κοιλιά και τα πελώρια πράσινα μάτια που την κοιτούσαν εξεταστικά και για μια στιγμή ένιωσε πως απέναντι της είχε μια μυστήρια ανθρώπινη υπόσταση. Αγαπούσε τις γάτες υπερβολικά, τις θεωρούσε τα πιο ιερά πλάσματα στον πλανήτη αλλά αυτός ο συγκεκριμένος γάτος της προκαλούσε μια έντονη ανατριχίλα. Ανέκαθεν ένιωθε αυτό το συναίσθημα αλλά όταν ήταν μικρότερη θεωρούσε πως πιθανότατα να έφταιγε γι’αυτό η ογκώδης κατατομή του. Τώρα που τον ξαναέβλεπε μετά από τόσα χρόνια, το δέος που ένιωθε ήταν κατά ένα μυστήριο τρόπο ακόμα μεγαλύτερο. Λες και κάποιος μπορούσε να κάνει διάρρηξη στο μυαλό της και να διαβάσει ακόμα και τις πιο μύχιες σκέψεις της.

Ο γάτος σαν να διαισθάνθηκε τον φόβο της την πλησίασε χαιδεύοντας με το τρίχωμα του την γάμπα της. Σαν να την προκαλούσε να αναμετρηθεί μαζί του. Ήταν έτοιμη να βάλει τις φωνές αλλά ευτυχώς η Λέσλι πρόλαβε και άρπαξε το γάτο στην αγκαλιά της.

«Πολύ περίεργος είσαι σήμερα μωρό μου. Θυμάσαι την Νταιάνα; Σε ξέρει από παιδάκι. Μην κάνεις τα περίεργα τεχνάσματα σου πάλι επειδή αγαπάει πολύ τα γατάκια. Δεν είναι σαν εκείνους  που δεν σε αγαπάνε και σου πετάνε κουβάδες με νερό.»

Ο Six Thirty εξακολουθούσε να την κοιτάζει καρφώνοντας τα πελώρια εξεταστικά του μάτια πάνω της. Σε ανύποπτη στιγμή σκαρφάλωσε πάνω στα πόδια της κι έτριψε το κεφάλι του ναζιάρικα στην ποδιά της. Εκείνη ασυναίσθητα έκανε μια κίνηση απώθησης αλλά ο γάτος εξακολουθούσε να παραμένει στο ίδιο σημείο.

«Μην μου πεις ότι τον φοβάσαι γιατί θα τρελαθώ. Δεν υπάρχει πιο καλόβολο και χαδιάρικο γατάκι από τον Six Thirty μου. Μην τον βλέπεις τόσο μεγαλόσωμο και τον φοβάσαι. Έχει ψυχή μικρού παιδιού και μια αντίληψη μοναδική. Διάβασα κάποτε σε ένα βιβλίο πως τα μαύρα γατιά έχουν την πιο καλή καρδιά και την πιο οξεία αντίληψη. Ο δικός μου είναι πιο πιστός κι από σκυλί. Δεν μπορεί να με χάσει από τα μάτια του δευτερόλεπτο. Δυστυχώς, εμείς οι άνθρωποι είμαστε πολύ λίγοι για να φτάσουμε αυτά τα θεία πλάσματα έστω και στο μικρό τους δαχτυλάκι. Ξέρεις πόση κακία έχει εισπράξει από τους ανθρώπους λόγω του χρώματός του; Πόση δεισιδαιμονία και πόσες προλήψεις υπάρχουν θαμμένες σε εμμονικά μυαλά και άρρωστες ψυχές; Πολλές φορές έχω σιχαθεί ακόμα και τον εαυτό μου επειδή ανήκω στο ανθρώπινο είδος.»

«Όχι, δεν τον φοβάμαι. Έχω κι εγώ μια γάτα άλλωστε, την οποία υπεραγαπώ. Απλώς αισθάνομαι λίγο περίεργα επειδή είδα ένα περίεργο όνειρο με τη μαμά και τον γάτο σου. Είχε πηδήξει στην αγκαλιά της με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ανέβηκε και στη δική μου αγκαλιά πριν από λίγο. Το ξέρω πως ίσως ακούγεται παράλογο αλλά είχα πάρα πολύ καιρό να δω τη μαμά στον ύπνο μου και την είδα με αυτόν τον τρόπο. Σαν να με καλούσε υποσυνείδητα να επισκεφθώ ξανά την πόλη μου κι εσένα. Γι’αυτό αποφάσισα να κάνω αυτό το ταξίδι παρόλο που είναι τρομερά επώδυνο για μένα κι εσύ το γνωρίζεις πολύ καλά αυτό.»

Η Λέσλι την άκουγε με πολύ μεγάλη προσοχή παρατηρώντας την εξονυχιστικά. Ένιωθε πως τα χρέη της κοπέλας με το παρελθόν ξαναζωντάνευαν εφιαλτικά με απρόσμενες συνέπειες. Ένα βαρύ φορτίο ευθύνης βάραινε τους ώμους της και την πλήγωνε ανεπανόρθωτα που δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια δράσης από μέρους της. Η Ρουθ ήταν η καλύτερη της φίλη. Η αδελφή που ποτέ δεν είχε. Ο άνθρωπος στον οποίο μπορούσε να εμπιστευτεί τις πιο μύχιες σκέψεις της, τις πιο τρελές της επιθυμίες, τα ανομολόγητα πάθη που δεν τολμούσε να εκμυστηρευτεί ούτε στον ίδιο της τον εαυτό. Η επικοινωνία μεταξύ τους γινόταν με τη σκέψη, με ένα απλό βλέμμα, με μια ανεπαίσθητη αλλαγή στη χροιά της φωνής. Κανείς δεν μπορούσε να την αποκρυπτογραφήσει καλύτερα από την Ρουθ. Όταν την έχασε, κλονίστηκε ολόκληρη η ζωή της, όλο το σύστημα αξιών της που μόνο εκείνη μπορούσε να πρεσβεύει. Η Νταιάνα ήταν η συνέχεια της, μια απόδειξη ότι η Ρουθ ζούσε ακόμα. Για την Λέσλι δεν ήταν απλά η κόρη της καλύτερης της φίλης αλλά η δική της κόρη. Στην μεταξύ τους σχέση όμως αιωρούνταν μια ακαθόριστη απειλή, μια γκρίζα σκιά που δεν της επέτρεπε να πλησιάσει περισσότερο από την προκαθορισμένη κόκκινη γραμμή. Ο πατέρας της μετά την πρώτη περίοδο πένθους, αποφάσισε να διακόψει τις στενές επαφές της με την κόρη του. Αντιμετώπιζε την κόρη του σαν ένα τρόπαιο σε αγώνα αμερικανικού ποδοσφαίρου. Εκείνη αντιστάθηκε, πάλαιψε, τον κατηγόρησε ευθαρσώς για ανικανότητα φροντίδας και για αδιαφορία. Στη συνέχεια για να μην χάσει την επικοινωνία με το κορίτσι, έκλαψε και τον παρακάλεσε να της επιτρέπει να την βλέπει κάποιες μέρες τη βδομάδα. Εκείνος όμως ήταν ανένδοτος. Οι επαφές τους άρχισαν να αραιώνουν επικίνδυνα και τις ελάχιστες φορές που έβλεπε τυχαία τη μικρή στο δρόμο ή σε κάποιο φιλικό σπίτι, εκείνη ήταν ψυχρή και αποστασιοποιημένη. Αυτή η απομάκρυνση την σκότωνε.

«Θέλω να ξέρεις πως δεν έπαψα στιγμή να σε αγαπάω και να σε σκέφτομαι. Έκανα τα πάντα για να είμαι κοντά σου, όμως τελικά τα πάντα σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι ποτέ αρκετά.», είπε κλείνοντας το χέρι της Νταιάνα στην παλάμη της.

Εκείνη την κοίταξε μειδιώντας με συγκατάβαση.

«Δεν είναι ανάγκη να πεις τίποτα. Ξέρω. Πολλές φορές η σιωπή των ανθρώπων κάνει κρότο. Στην προκειμένη περίπτωση η σιωπή του πατέρα μου έκανε έκρηξη. Δεν σε ήθελε κοντά μου επειδή σε φοβόταν. Για την ακρίβεια δεν φοβόταν εσένα αλλά την δική μου αγάπη και αδυναμία για σένα. Ζήλευε όλα τα συναισθήματα που μπορούσε να μου εμπνεύσει ο καθένας εκτός από αυτόν. Αυτή ήταν και η μόνιμη αιτία που εχθρευόταν τη μαμά. Επινοούσε ανύπαρκτους αντιπάλους για να μην μισήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Καημένε μπαμπά. Ποτέ δεν κατάλαβες πως σε ολόκληρη τη ζωή σου κυνηγούσες φαντάσματα παραγκωνίζοντας τον βασικό αίτιο. Ο εαυτός σου ήταν ο εχθρός σου.»

«Τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα κορίτσι μου; Θα πας να τον δεις; Ό,τι κι αν έχει γίνει, όσο κι αν σ’έχει πληγώσει, δεν παύει να είναι ο πατέρας σου. Έχω πολύ καιρό να τον δω αλλά γνωρίζω που μένει. Αν θέλεις, θα σου δώσω τη διεύθυνσή του.»

Η Νταιάνα σηκώθηκε απότομα σαν να διαπέρασε το κορμί της ηλεκτρικό ρεύμα.

«Μην διανοηθείς να το αναφέρεις ξανά αυτό. Δεν θέλω ποτέ να ακούσω τίποτα γι’αυτόν ξανά στη ζωή μου. Εγώ δεν έχασα μόνο τη μάνα μου αλλά και τον πατέρα μου. Τον έχασα πολύ πριν πεθάνει η μητέρα μου. Απλώς το συνειδητοποίησα εκ των υστέρων.Επίσης δεν θέλω να μάθει ποτέ ότι ήρθα εδώ. Κανείς δεν το γνωρίζει εκτός από εσένα κι αν τυχόν το μάθει θα σε θεωρήσω υπεύθυνη και δεν θα με ξαναδείς ποτέ στη ζωή σου.»

Το ηχόχρωμα της φωνής της ακούστηκε αλλοιωμένο, σκληρό, σαν να άνηκε σε κάποιον άγνωστο και όχι σε εκείνη. Οι κόρες των ματιών της είχαν διασταλεί και το πρόσωπο της είχε αναψοκοκκινήσει. Τα χέρια της ταλαντεύονταν πέρα δώθε χωρίς να προσανατολίζονται σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και είχαν αρχίσει να τρέμουν ελαφρώς.

«Αγάπη μου ηρέμησε. Μια σκέψη μου εξέφρασα μόνο. Πώς θα μπορούσα να ενημερώσω εγώ τον πατέρα σου τη στιγμή που γνωρίζεις καλύτερα από όλους πως δεν μιλάμε καν μεταξύ μας; Σε παρακαλώ συγχώρεσε με και ηρέμησε. Ξέχνα ό,τι σου ανέφερα προηγουμένως.»

Η Λέσλι την κοίταζε με βλέμμα γεμάτο αγωνία και φόβο. Ανησυχούσε πολύ για την ψυχική υγεία της αγαπημένης της μικρής. Όλες οι ενδείξεις συνωμοτούσαν πως η κατάσταση είχε ήδη εκτροχιαστεί και ίσως ήταν πολύ αργά για να διορθωθεί. Αυτή η υπέρμετρη ευαισθησία ήταν ακριβώς ίδια με της μητέρας της κι αυτό ήταν ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό σημάδι που την έκανε να ανατριχιάζει. Ο ίδιος εφιάλτης ετοιμαζόταν να κάνει ξανά την εμφάνιση του. Όμως εκείνη δεν θα το επέτρεπε να συμβεί. Τα βράδια δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τις τύψεις και τις ενοχές που ένιωθε να την πνίγουν. Ένας δρόμος υπήρχε μόνο προς την εξιλέωση. Να βγάλει την Νταιάνα από τον λαβύρινθο της κόλασης στον οποίο έμελλε να βυθιστεί.

Ο δρόμος ήταν δύσβατος, ανηφορικός, γεμάτος με δράκους και θηρία αλλά αυτή ήταν αποφασισμένη να το κάνει με οποιοδήποτε τίμημα. Ακόμα και με την ίδια της τη ζωή. Το χρωστούσε σ’εκείνη.

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments