Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Από την Ισμήνη Χαρίλα

Το 1897, ο Όσκαρ Γουάιλντ συνέταξε, κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του για παράβαση του νόμου περί σοδομισμού, ένα από τα ωραιότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το «De profundis»[1], που δημοσιεύτηκε αρκετά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1945.

Το 1960, ο εκδοτικός οίκος «R v Penguin Books Ltd» σύρθηκε στα δικαστήρια για την έκδοση του μυθιστορήματος «Ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ», του Ντ. Χ. Λώρενς, βάσει της Νομοθετικής Πράξης του 1959 περί Ασέμνου.

Νωρίτερα, μια αντίστοιχη δικαστική μάχη για το ίδιο πόνημα – που συμπεριλαμβάνεται στα σημαντικότερα λογοτεχνικά κληροδοτήματα – είχε δοθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και κατέληξε – όπως και στην Αγγλία – σε νίκη των Εκδοτικών Οίκων.

Ο σάλος που προκλήθηκε γύρω από το συγκεκριμένο βιβλίο, οδήγησε στην τεράστια εμπορική του επιτυχία και την αποδοχή του κοινού, παρά την κριτική που είχε δεχθεί για σκηνές που προσβάλλουν τη δημοσία αιδώ.

Κάλλιστα θα μπορούσε επομένως να αναρωτηθεί κάποιος ποιοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους το μυθιστόρημα – που από το 1928 που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, έως το 1960 που δικαιώθηκε δικαστικά – υπέστη τόσο έντονη λογοκρισία και περικοπές των αποσπασμάτων του, αφού, όπως εύστοχα επεσήμανε ο Αντρέ Μαλρώ στο προλογικό σημείωμα σε μια από τις εκδόσεις του, υπήρξαν προγενέστεροι συγγραφείς του Λώρενς που αποτύπωσαν το θέμα της ηδονής και της σεξουαλικότητας.

Σύμφωνα συνεπώς με τους μελετητές, η αιτία της απόρριψης θα πρέπει να αναζητηθεί στη βρετανική κοινωνική φιλοσοφία, διότι το καμπανάκι κινδύνου χτύπησε σε αυτήν τη χώρα εξαιτίας της θέσης της ηρωίδας και κυρίως του φύλου της.

Ας τραβήξουμε όμως το νήμα από την αρχή. Η ηρωίδα της ιστορίας είναι η Κονστάνς Τσάτερλυ, μια νέα γυναίκα, που ζει στο Ράγκμπυ Χολ, την έδρα της οικογένειας του συζύγου της, του σερ Κλίφορντ. Η Κονστάνς παντρεύτηκε με τον Κλίφορντ το 1917 και έπειτα από τριάντα ημέρες που κράτησε ο μήνας του μέλιτος, εκείνος επέστρεψε στο μέτωπο του πολέμου. Έξι μήνες αργότερα τον έστειλαν στην Αγγλία «σχεδόν κομματιασμένο» και αφού πάλεψε επί δυο ολόκληρα χρόνια με τον θάνατο, κατόρθωσε να επιβιώσει με το σώμα του από τη μέση και κάτω παράλυτο για πάντα.

Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, η σχέση του νεαρού ζευγαριού εξελίχθηκε επομένως διαφορετικά από το προσδοκώμενο και μετατράπηκε σύντομα στη συνύπαρξη δυο ανθρώπων που προσπάθησαν να ισορροπήσουν μέσα στα όρια της πνευματικής και αρμόζουσας επικοινωνίας. Σύντομα η Κονστάνς, παρασυρμένη από την επιθυμία της να αποκτήσει ένα παιδί, αποφάσισε να σχετιστεί ερωτικά με τον δασοφύλακα του συζύγου της, τον Όλιβερ Μέλορς. Παρόλο που ο εν λόγω δεσμός δεν ήταν η πρώτη απιστία της, εντούτοις οδηγήθηκε σταδιακά σε ένα διαφορετικό μονοπάτι από αυτό που είχε φανταστεί και ήρθε αντιμέτωπη με νέα ανατρεπτικά δεδομένα.

Ο «Εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ» λοιπόν κινείται ουσιαστικά σε τρεις βασικούς άξονες: την ελεύθερη έκφραση των ηρώων, την περιγραφή της μετάβασης σε μια νέα εποχή και την αλλαγή του ρόλου της γυναίκας.

Το πρώτο σκέλος θα μπορούσε να ειπωθεί, ότι χρησιμοποιήθηκε από τους κριτικούς ως άλλοθι για την εναντίωσή τους σε ένα βιβλίο που άνοιγε – κατά την άποψή τους – τον ασκό του Αιόλου, παρόλο που το κοινό απέδειξε ότι δεν ενοχλήθηκε από το κείμενο, αφού, όπως σχολιάζει και ο ίδιος ο συγγραφέας στην εισαγωγή του «τα περισσότερα μυθιστορήματα, ιδίως όσα στοχεύουν στο ευρύ κοινό, είναι επίσης πρόστυχα. Το κοινό σήμερα ανταποκρίνεται μόνο όταν απευθύνεσαι στις διαστροφές του».

Τα δυο άλλα σημεία όμως θίγουν ευαίσθητα ζητήματα. Πρώτα απ’ όλα η Κονστάνς είναι γυναίκα, τολμά να επιλέξει η ίδια τον ερωτικό της σύντροφο και μετατρέπεται από θήραμα σε κυνηγό. Επιπρόσθετα, ενώ στο Ράγκμπυ είναι η πρώτη κυρία και οφείλει να αποτελεί πρότυπο για όλες τις γυναίκες, να τηρεί τις παραδόσεις και να ζει σύμφωνα με όσα ορίζει η αριστοκρατική καταγωγή του Κλίφορντ, παρόλα αυτά εκείνη παραβαίνει όλους τους κανόνες, δρα αυτοβούλως και σπάει το κατεστημένο.

Πέρα δε από το γεγονός ότι είναι μια μοιχαλίδα, εγκαταλείπει έναν σύζυγο που θυσιάστηκε για την πατρίδα του. Εδώ ακριβώς έρχεται σε αντιδιαστολή με τη νοσοκόμα κυρία Μπόλτον, η οποία τιμά ακόμα το πένθος της για τον άνδρα της που σκοτώθηκε πριν από είκοσι δυο χρόνια και αναλαμβάνει να δώσει στον ασθενή της, τον Κλίφορντ την τρυφερότητα που του αρνείται η γυναίκα του.

Στη συνέχεια σκιαγραφείται από τον Λώρενς η εποχή της βιομηχανοποίησης, της μετακίνησης των πληθυσμών στις μεγάλες πόλεις, της αστικοποίησης και της εισχώρησης των γυναικών σε επαγγέλματα που ως τότε χαρακτηρίζονταν ανδρικά. Η προβολή επομένως του δικαιώματος επιλογής του υποτιθέμενου ασθενούς φύλου θεωρήθηκε, ότι πυροδοτούσε αθέμιτες απαιτήσεις εκ μέρους των εκπροσώπων του και έθετε τις βάσεις για ανατροπή της επιβεβλημένης τάξης από τους ολίγους.

Παράλληλα, ο δημιουργός απαιτεί την ισορροπία και μέσω των λεκτικών ή συμπεριφορικών εκφράσεων των ηρώων του αποδομεί την ίδια την εποχή του, τολμώντας να θίξει το ζήτημα των κοινωνικών διακρίσεων, της εκπαίδευσης, της καθημερινότητας στην επαρχία και δη στις περιοχές των ανθρακωρυχείων, από όπου είχε βιωματικές εμπειρίες και ο ίδιος, αλλά κυρίως την υποκρισία και την τάση του ανθρωπίνου συνόλου να εγκλωβίζεται στην εικόνα και ουχί στην ουσία των πραγμάτων.

Κατά συνέπεια αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που αιτιολογεί την πολεμική που υπέστη ο «Εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ». Η κριτική για τη λειτουργία της κοινωνίας που – όπως επισημαίνει ο Λώρενς μέσω του Κλίφορντ – καθορίζει το άτομο, είτε πρόκειται για τη διάκριση ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες, είτε ανάμεσα στους αριστοκράτες και τις λαϊκές μάζες.

Τέλος, αν και ο «Εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ» πόρρω απέχει από τη μεθοδολογία αποτύπωσης του ερωτικού συναισθήματος από το «De profundis», έχουν και τα δυο ως κοινό σημείο το γεγονός ότι κρίθηκαν – στην πρώτη περίπτωση το βιβλίο και στη δεύτερη ο δημιουργός του – με βάση την επιθυμία καθοδήγησης του πλήθους και δίχως να ελεγχθεί, εάν όντως επέδρασαν αρνητικά στις ανθρώπινες ζωές.


[1] Εκ Βαθέων

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments